Το παρακάτω απόσπασμα παρουσιάζει την κλινική όψη της στέρησης κάνναβης και την αντιμετώπισή της.
Ότι υπάρχει βαθμός εξάρτησης από την κάνναβη αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η διακοπή μετά από χρόνια χρήση συνοδεύεται συνήθως από σύνδρομο στέρησης. Αυτό έχει τεκμηριωθεί σε πειραματόζωα και σε ανθρώπους, και χαρακτηρίζεται από έκλυση CRH1, και συγκεκριμένη νευροβιολογική αντίδραση στην αμυγδαλή, στην οποία περιλαμβάνεται, εκτός της επαγωγής υδρόλυσης της AEA, και ανωρρύθμιση του μεταγραφικού παράγοντα c-Fos2. Ο πολυμορφισμός C3435T του γονιδίου ABCB1R επηρεάζει την κατανομή της THC στους ιστούς, προκαλώντας αυξημένα επίπεδα THC σε κάποιους από αυτούς, ευνοώντας έτσι την ψυχοτρόπο δράση, και την τάση για εξάρτηση (Benyamina και συν., 2009). Το σύνδρομο στέρησης δεν αφορά γενικά τους ασθενείς, που χρησιμοποιούν κάνναβη για θεραπευτικούς λόγους, αφού δεν είναι για όλους αναγκαία η χρήση THC, και αφού η διακοπή της THC δεν δημιουργεί υποχρεωτικά σύνδρομο στέρησης. Από τις περιπτώσεις, στις οποίες η THC είναι αναγκαία, εκείνες που χρησιμοποιούν πολύ μικρές ποσότητες (π.χ. αυτιστικές διαταραχές, μερικά επιληπτικά σύνδρομα), επίσης, δεν παρουσιάζουν εξάρτηση. Ενδεικτικά, στις περιπτώσεις με αυτισμό συνηθίζεται μείγμα CBD:THC = 20:1. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, π.χ. με πολλαπλή σκλήρυνση, νεοπλασματική νόσο, ανοϊκά σύνδρομα με ανησυχία και άγχος σε υπερήλικες, το μικρότερο πρόβλημα των ασθενών είναι η εξάρτηση από την κάνναβη. Άλλωστε πολλοί από αυτούς είναι ήδη εξαρτημένοι από οπιοειδή, νευροληπτικά και αντιεπιληπτικά φάρμακα, η κοινωνική τους απαρτίωση και λειτουργικότητα είναι δυσμενώς επηρεασμένες για πολλούς λόγους, και, επί τέλους, το προσδόκιμο επιβίωσης πολλών από αυτούς τους ασθενείς είναι μικρό. Τα συμπτώματα του συνδρόμου στέρησης κάνναβης, από διαγνωστική άποψη ταξινομούνται ως κύρια και επικουρικά. Μπορεί να περιλαμβάνουν τα εξής:
>• Ευερεθιστότητα, θυμός, επιθετικότητα
>• Ανησυχία
>• Άγχος
>• Διαταραχές του ύπνου (αϋπνία ή ενοχλητικά όνειρα)
>• Ελάττωση της όρεξης
>• Απώλεια βάρους
>• Μεταβολές της διάθεσης (κατάθλιψη)
>• Δυσκολία συγκέντρωσης
>• Κεφαλαλγία
>• Εφιδρώσεις
>• Πυρετός, ρίγη
>• Ναυτία
>• Γαστρεντερική δυσφορία (π.χ. κοιλιακό άλγος)
>• Μη ειδικά τρομώδη σύνδρομα
Για τη διάγνωση απαιτούνται τρία τουλάχιστον κύρια, και ένα τουλάχιστον επικουρικό σύμπτωμα (Connor και συν., 2022). Η έπειξη για λήψη κάνναβης, και ο ανάλογος επίμονος ιδεασμός, είναι σταθερό αλλά όχι από μόνο του διαγνωστικό στοιχείο, το οποίο μπορεί να καταστήσει το άτομο δυσλειτουργικό. Κάποια από αυτά τα συμπτώματα μπορεί να επιφέρουν θυμό, η έκφραση του οποίου μπορεί να ποικίλει από ήπιο εκνευρισμό και δυσθυμία, έως βίαιη οργή. Στο πλαίσιο του στερητικού συνδρόμου κάνναβης είναι δυνατόν ο πάσχων να εκδηλώσει εκφοβιστική, απειλητική ή/και βίαιη συμπεριφορά [Smith και συν., (2013), Maniglio, (2015)]. Η σοβαρότητα και η διάρκεια αυτών των συμπτωμάτων μπορεί να διαφέρουν κατά περίπτωση. Η έναρξη των συμπτωμάτων εμφανίζεται συνήθως 24-48 ώρες μετά τη διακοπή, ενώ η κορύφωση των περισσότερων συμπτωμάτων συμβαίνει μεταξύ 2ης και 6ης ημέρας, ενώ ενδέχεται κάποια συμπτώματα να διαρκέσουν έως και 3 εβδομάδες ή και περισσότερο σε βαρείς χρήστες κάνναβης. Η εμφάνιση και η διάρκεια των συμπτωμάτων στέρησης της κάνναβης μπορεί, επίσης, να εξαρτάται από παράγοντες όπως η συχνότητα και η διάρκεια της χρήσης, και οι ατομικές διαφορές στον μεταβολισμό. Σε κάθε περίπτωση, παρ΄ ότι δεν υπάρχει εγγενής κίνδυνος για τη ζωή ή τη γενική υγιεία, καλό είναι να ζητείται η καθοδήγηση από τον θεράποντα ιατρό, ή αν πρόκειται για μη ιατρικό χρήστη, από ειδικό σε θέματα εθισμού. Ειδικότερα, σε περιπτώσεις με θυμό, πρέπει να λαμβάνονται προστατευτικά μέτρα για τον πάσχοντα και το περιβάλλον, μέχρι να ελεγχθεί η κατάσταση. Ο ιατρός ενδέχεται να παρατηρήσει ελάσσονες μορφές στέρησης κατά τις φάσεις προσαρμογής της δόσης THC, όταν αυτή τροποποιείται προς τα κάτω, ή ακόμη όταν εφαρμόζονται διακεκομμένα θεραπευτικά σχήματα ως προσπάθεια αντιστροφής της ανοχής, ή τέλος, όταν τυχόν αναθεωρούνται προς τα κάτω οι δόσεις CBD, ενώ παραμένουν αμετάβλητες οι δόσεις THC, καθώς και όταν χρειάζεται δραστική ελάττωση των δόσεων προκειμένου να ληφθεί γενική αναισθησία, να υποβληθεί ο ασθενής σε ιατροδικαστικό ή επαγγελματικό έλεγχο, κ.λπ. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων αυτών τα στερητικά φαινόμενα περιορίζονται σε εκνευρισμό και δυσκολία στην επέλευση του ύπνου, με διάρκεια 1-3 ημερών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ακόμη και η απότομη διακοπή της THC συνήθως δεν αφήνει τον οργανισμό εντελώς ακάλυπτο, διότι κινητοποιούνται ποσότητες κανναβινοειδών από τους “βραδείς”, πλούσιους σε λίπος, ιστούς, και η μετάβαση γίνεται με κάπως ηπιότερο τρόπο, λιγότερο ήπιο σε λεπτούς ασθενείς. Ο οργανισμός του χρόνιου χρήστη μπορεί να βιώσει απόλυτη στέρηση THC μόνο στην περίπτωση που χορηγηθεί ανταγωνιστής του CB1R, πράγμα το οποίο είναι σήμερα ανεφάρμοστο στον άνθρωπο3. Για την αντιμετώπιση του συνδρόμου στέρησης κάνναβης αρκεί συνήθως η υποστηρικτική φροντίδα και η συμπτωματική αγωγή. Στην περίπτωση μη ιατρικών χρηστών, που επιθυμούν διακοπή, είναι καλό να προηγείται εκπαίδευση, εστιασμένη στον προϊδεασμό για τα πιθανά συμπτώματα και στην ανάλυση των προσδοκιών από τη χρήση κάνναβης. Στη συνέχεια, παρέχεται υποστήριξη, κυρίως ψυχολογική ή/και φιλοσοφική συμβουλευτική. Αυτό συμβάλλει στην καλή συμμόρφωση και στην ανακούφιση του άγχους. Ενίοτε, μπορεί να απαιτηθεί συμπεριφορική ή γνωσιακή θεραπεία για την αντιμετώπιση της τάσης υποτροπής. Συχνά προβάλλει έντονη η ανάγκη για οικογενειακή ή κοινωνική υποστήριξη και μέριμνα, όταν τα προβλήματα προέρχονται ή επεκτείνονται στον οικογενειακό κύκλο (Connor και συν., 2022).
Ευερεθιστότητα και άγχος: Αντιμετωπίζονται με χαλαρωτικές τεχνικές και ασκήσεις, και ενδεχομένως με συμβουλευτική θεραπεία. Αϋπνία: Αντιμετωπίζεται με άσκηση πρακτικών υγιεινής του ύπνου, με χαλαρωτικές τεχνικές ή/και με βραχυπρόθεσμη χρήση βοηθημάτων ύπνου, αν κριθεί αναγκαίο από τον θεράποντα. Η μελατονίνη είναι μια καλή επιλογή έναρξης, διότι δεν ενέχει τον κίνδυνο εξάρτησης. Κεφαλαλγία ή άλλα αλγεινά συμπτώματα: Αντιμετωπίζονται με παυσίπονα διαφόρων επιπέδων δραστικότητας, βραχυπρόθεσμα, με προσοχή, και κατά περίπτωση. Ναυτία και γαστρεντερική δυσφορία: Αντιμετωπίζονται με διαιτητικές προσαρμογές, ενυδάτωση και ίσως φάρμακα κατά περίπτωση.