Τα αντικείμενα του βιβλίου αυτού είναι το ενδοκανναβινοειδές σύστημα και η κάνναβη ως ίαμα. Το μεν ενδοκανναβινοειδές σύστημα δεν έχει οργανική υπόσταση, επομένως δεν ομοιάζει με όλα τα άλλα συστήματα, η δε δρόγη κάνναβη και τα προϊόντα της δεν ταιριάζουν στο επικρατούν φαρμακευτικό πρότυπο. Οι δύο αυτοί τομείς, συναφείς μεταξύ τους, έχουν ανάγκη αναθεώρησης των προτύπων με βάση τα οποία τους προσεγγίζουμε εννοιολογικά.
Το παρόν εγχειρίδιο προέκυψε ως συστηματοποίηση γνώσεων, που αποκτήθηκαν στη διάρκεια ενός μάλλον δύσκολου, αλλά πολύ ευχάριστου και ανταποδοτικού “ταξιδιού” μελέτης και αυτοεκπαίδευσης.
Ο συγγραφέας επέλεξε κατ΄ ανάγκη να αυτοεκπαιδευθεί, επειδή το ενδοκανναβινοειδές σύστημα, πιθανώς το αρχαιότερο και θεμελιωδέστερο σύστημα των περισσότερων ζώων, παραδόξως δεν θεωρείται ακόμη αρκετά σημαντικό, ώστε να διδάσκεται από τους επίσημους εκπαιδευτικούς μας φορείς. Ίσως να ευθύνεται γι΄ αυτό, εν μέρει, και το όνομά του, που το συσχετίζει με το μέχρι πρότινος “κακόφημο” φυτό. Όμως, το ενδοκανναβινοειδές σύστημα είναι κατά πολλά εκατομμύρια χρόνια αρχαιότερο, και του φυτού, και του Homo sapiens.
Ως ιατρός υπήρξα κάποτε επιφυλακτικός, ή μάλλον αρνητικός, στις θεραπευτικές εφαρμογές της κάνναβης. Η μεταμόρφωσή μου σε “ανοικτό” μελετητή οφείλεται στην εξαντλητική βιβλιογραφική αναζήτηση των επιστημονικών δεδομένων. Αυτά με έπεισαν ότι κάτι σημαντικό υπάρχει εδώ, και ότι η προκατάληψη μας εμποδίζει να το δούμε. Τον σπόρο της αμφιβολίας, που πολύ αργότερα με ώθησε σε αναζήτηση, είχε σπείρει από νωρίς ο αείμνηστος Δάσκαλός μου, καθηγητής Κωνσταντίνος Στεφανής με τις δικές του μελέτες. Αυτό το βιβλίο δεν είναι απλώς μια συλλογή ιατρικών γνώσεων - ενσαρκώνει τη μεταμόρφωση της οπτικής μου για ένα γνωστικό αντικείμενο, που ταλαντεύεται ανάμεσα στο αδικαιολόγητο στίγμα και στην υπερβολική προσδοκία.
Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα, ένα πολύπλοκο και πανταχού παρόν δίκτυο υποδοχέων, ενδογενών ουσιών και ενζύμων, έχει έρθει τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο της έρευνας της επιστημονικής κοινότητας, κυρίως της μη ιατρικής: Κατά το πλείστον, οι δημοσιεύσεις προέρχονται από χημικούς, βιοχημικούς, φυσιολόγους, φαρμακολόγους, βιολόγους, φυτολόγους, και πολύ περιορισμένα από ιατρούς. Ο κεντρικός ρόλος του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος στη διατήρηση της υγιείας μπορεί δικαίως να του εξασφαλίσει τον τίτλο τού “διευθυντή της ορχήστρας” των οργάνων μας (με τη βιολογική έννοια). Με περισσότερο ιατρική φρασεολογία, θα μπορούσε να λεχθεί ότι αποτελεί τον ομοιοστατικό ρυθμιστή μεγάλου αριθμού λειτουργιών, πιθανότατα και όλων, που όμως παραμένει κρυμμένος στο αόρατο, για εμάς τους κλινικούς, μοριακό επίπεδο. Ο περίπλοκος ρόλος του στη διαμόρφωση των φυσιολογικών διεργασιών, και ο σχετικά μικρός χρόνος, κατά τον οποίο το σύστημα τελεί υπό συστηματική μελέτη, έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχουν ακόμη αρκετά κενά κατανόησης, και ακόμη περισσότερα σημεία αντιφατικών ερευνητικών ευρημάτων. Είναι βέβαιο ότι με μεγαλύτερη συστηματοποίηση της έρευνας (καλλίτερα σχεδιασμένες μελέτες, που να αξιοποιούν συστηματικά τα ευρήματα και την εμπειρία από τις προγενέστερες, να ακολουθούν τυποποιημένο σύστημα αναφοράς μεθόδων και αποτελεσμάτων, κ.λπ.), με το αναγκαίο περιθώριο χρόνου, και με την ενεργό συμμετοχή περισσότερων κλινικών ιατρών, αυτά τα ζητήματα σταδιακά θα περιοριστούν ή και θα εκλείψουν, αφού θα υπάρξουν απαντήσεις προσανατολισμένες περισσότερο στην κλινική εφαρμογή, και λιγότερο στη θεωρητική και βασική έρευνα, η οποία μέχρι στιγμής είναι μεν άφθονη, δεν μεταφράζεται όμως ικανοποιητικά σε κλινικά χρησιμοποιήσιμη γνώση.
Η κάνναβη και τα προϊόντα της έχουν θεραπευτικές εφαρμογές από την βαθειά αρχαιότητα [Clarke & Merlin (2013), Wikipedia: History Of Medical Cannabis]: Η έλλειψη συνειδητής καταγραφής των ιατρικών χρήσεων στα χρόνια εκείνα δυσκολεύει την ακριβή χρονολόγηση της “πρώτης” εφαρμογής, αλλά το 10000 π. Χ. γινόταν χρήση κλωστικής κάνναβης στην Κίνα, άρα πιθανότατα και χρήση των σπόρων ως τροφής, ίσως και των ανθών για τις άλλες χρήσεις (θρησκευτική, ιατρική, ευφορική). Στην ύστερη νεολιθική περίοδο, στις Κάτω Χώρες αναφέρεται πιθανή χρήση της κάνναβης ως αναλγητικού. Στην Αίγυπτο του 23ου αιώνα π. Χ. εικάζεται η πρώτη πιθανή καταγραφή θεραπευτικής χρήσης, μέσα από όχι σαφείς λεκτικές μεταφορές των κειμένων, τις οποίες η πολιτισμική απόσταση καθιστά δυσερμήνευτες. Όμως, οι καταγραφές σε παπύρους του 15ου αιώνα π. Χ. είναι πολύ σαφέστερες και περιγραφικότερες (Russo, 2007).
Ο Ηρόδοτος αναφέρει ιατρική και κτηνιατρική χρήση στην Ελλάδα προ του 5ου αιώνα π. Χ. (Butrica, 2002). Από την μακρόχρονη εμπειρία της ανθρωπότητας με το φυτό κάνναβη προκύπτει αυταπόδεικτα και η ισχυρή πιθανότητα να συνοδεύεται η χρήση του από υψηλό βαθμό ασφάλειας, ιδίως αν η χρήση του είναι λελογισμένη, και μάλιστα είναι ιατρικά επιτηρούμενη, με θεραπευτικό στόχο. Η σύγχρονη περίοδος της κανναβοθεραπείας με επιστημονικούς πλέον όρους άρχισε το 1996 στην Καλιφόρνια, όπου ο νόμος επέτρεψε τη χρήση της κάνναβης για την αντιμετώπιση διαφόρων συμπτωμάτων (Malhotra, Casari, & Falasca, 2021). Βαθμιαία, και άλλες πολιτείες την επέτρεψαν, και, όπως ήταν φυσικό, ακολούθησαν πολλές χώρες σε όλο τον κόσμο. Ήδη από το 1975, η ψυχοτρόπος τετραϋδροκανναβινόλη (THC) είχε αναγνωριστεί ως δυνητικός αντινεοπλασματικός παράγοντας (Munson, Harris, Friedman, Dewey & Carchman, 1975). Ωστόσο, μόλις τις τελευταίες δύο δεκαετίες μελετήθηκαν εκτενώς τα κανναβινοειδή. Πολλοί βιάζονται να λάβουν θέση υπέρ ή κατά της χρήσης κάνναβης στην ιατρική, αλλά είναι πολύ νωρίς για να δεσμευθούμε. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι βρισκόμαστε στην αρχή ενός δρόμου, που έχει μόλις ανοίξει. Γνωρίζουμε ήδη πολλά, αλλά λίγα από αυτά είναι άμεσα εφαρμόσιμα στην κλινική πράξη: Από τα 144 φυτοκανναβινοειδή, γνωρίζουμε κάπως τον κλινικό χειρισμό μόλις των πέντε ή έξι από αυτά. Για τις άλλες ουσίες της κάνναβης και τα συνθετικά μόρια, ούτε λόγος.
Ο ιατρικός κόσμος είναι επιτακτικό να ενημερωθεί και να αναλάβει τις ευθύνες του, εκπαιδευόμενος σοβαρά στο γνωστικό αυτό αντικείμενο, διότι κινδυνεύει να ξεπεραστεί από τα πράγματα: Στην παρούσα φάση, οι ακτιβιστές είναι πολυπληθέστεροι και πολυπραγμονέστεροι των ιατρών, εκείνων που έχουν τον απαραίτητο βαθμό εκπαίδευσης για την ορθή θεραπευτική καθοδήγηση των ασθενών. Με το θράσος του ημιμαθούς, ορισμένοι ακτιβιστές επιβάλλονται πολλές φορές στους πολυμαθείς, στους οποίους επικρατεί η συστολή, που συνοδεύει τη σεμνότητα, αλλά και η συναίσθηση των περιορισμών τους1 (Kruger & Dunning, 1999).
Συνήθως, τα ιατρικά βιβλία συγγράφονται από επιστήμονες με μεγάλη ερευνητική δραστηριότητα, που συνεπικουρούνται από πολυπληθή ερευνητική ομάδα. Εδώ δεν πρόκειται για τέτοια περίπτωση. Το βιβλίο αυτό είναι, κατά κύριο λόγο, αποτέλεσμα προσωπικής εμβριθούς βιβλιογραφικής μελέτης, με κίνητρο την επιστημονική ικανοποίηση, που προσφέρει η κατανόηση πολύπλοκων μηχανισμών και δράσεων, εν πολλοίς πλέοντας σε «αχαρτογράφητα νερά». Κατ΄ ελάσσονα λόγο, συμπληρώνεται από την βαθμιαία αποκτημένη κλινική εμπειρία. Η μεταλαμπάδευση της εμπεριστατωμένης και συμπυκνωμένης γνώσης σε παρόχους υπηρεσιών υγιείας, που θα ήθελαν να ασχοληθούν με τις δυνατότητες της κάνναβης, αποτελεί στόχο του παρόντος πονήματος. Όπως ήταν φυσικό, η απόφαση για συγγραφή, αλλά και η ίδια η διαδικασία της, απαίτησαν μακρό χρόνο, και ο κίνδυνος απαρχαίωσης του υλικού ήταν και παραμένει μεγάλος, όμως η αποτύπωση των γνώσεων, με δυνατότητα μελλοντικής αναβάθμισης ήταν σημαντικό να συμβεί κάποια στιγμή, και αυτό πραγματοποιείται με την έκδοση αυτή.
Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα και η θεραπευτική χρήση της κάνναβης δεν συνιστούν αντικείμενο συγκεκριμένης ιατρικής ειδικότητας, αλλά αντιθέτως αφορούν το σύνολο των ιατρών και λοιπών επαγγελματιών υγιείας, με διαφορετικές απαιτήσεις εμβάθυνσης. Οι ιατροί των διαφόρων ειδικοτήτων, εκ των πραγμάτων, δεν έχουν εξοικείωση με πολλές βασικές γνώσεις, π.χ. Μοριακής Βιολογίας ή Βιοχημείας, που απαιτούνται για την κατανόηση των σχετικών με τα κανναβινοειδή θεμάτων. Γι΄ αυτό, κρίθηκε σκόπιμο να παρατίθενται υπό μορφή υποσημειώσεων οι βασικές αυτές γνώσεις, ώστε οι αναγνώστες να μην υποχρεούνται να ανατρέχουν σε ειδικά εγχειρίδια κάθε φορά, αλλά να έχουν άμεσα διαθέσιμη την προαπαιτούμενη γνώση, στο κάτω μέρος της σελίδας. Επίσης, η παρατιθέμενη σε κάθε κεφάλαιο βιβλιογραφία είναι σκοπίμως εκτενής, εφ΄ όσον τα θέματα που πραγματεύεται το βιβλίο δεν είναι δυνατόν να εξαντληθούν στα περιορισμένα όριά του. Επισημαίνεται ότι η σχετική με την κάνναβη και τα κανναβινοειδή βιβλιογραφία αυξάνει ραγδαία, και επομένως απαιτείται η ενεργητική παρακολούθησή της από τον μελετητή.
Τα μηνύματα που αποβλέπει να εκπέμψει η έκδοση του βιβλίου αυτού είναι τα εξής: • Η πολυπλοκότητα του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος και της φαρμακολογίας της κάνναβης είναι μεγάλη. Δεν είναι δυνατόν τα κανναβινοειδή να αντιμετωπίζονται “ελαφρά τη καρδία”, και με τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό “λαδάκια”. • Η κάνναβη και τα προϊόντα της, πέραν του ότι είναι φάρμακα, έχουν και άλλες χρήσεις, όπως π.χ. ως συμπληρώματα υγιείας -όχι διατροφής-, ως γνωρίσματα τρόπου ζωής (lifestyle), ευφραντικά κ.λπ. Οι χρήσεις αυτές είναι θεμελιωδώς διαφορετικές από τη θεραπευτική χρήση, και η συμπεριφορά των ιατρικών χρηστών είναι διάφορη εκείνης των ψυχαγωγικών (Gruber και συν., 2018). Η θεραπευτική χρήση της κάνναβης πρέπει να περιέλθει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των ιατρών, όπως και η αντιμετώπιση της κακής χρήσης και κατάχρησής της. • Ο ιατρικός κόσμος να αναλάβει το μερίδιο που του αναλογεί στην έρευνα και στις κρατικές ρυθμιστικές επιτροπές, διότι σχεδόν το σύνολο της ερευνητικής δραστηριότητος μέχρι τώρα, όπως και το ρυθμιστικό έργο, επιτελούνται από άλλους επιστημονικούς κλάδους, με συνέπειες: (α) η κάνναβη να αντιμετωπίζεται κυρίως ως ναρκωτικό και πολύ λίγο ως φάρμακο, (β) να μη απαντώνται επείγοντα κλινικά ερωτήματα, και (γ) να σπαταλώνται οικονομικοί πόροι σε αδιέξοδα αντικείμενα της βασικής έρευνας. • Είναι επιτακτικό να αποβάλουμε από την κάνναβη τόσο το στίγμα, όσο και την υπερβολική προσδοκία. Κάθε τι, που αφίσταται της επιστημονικής μέσης οδού, είναι επιβλαβές. • Πρέπει να υπερβούμε τους εννοιολογικούς περιορισμούς, τους οποίους μας επιβάλλει το επικρατούν φαρμακευτικό πρότυπο, διότι η κάνναβη δεν “χωράει” σε αυτό το πλαίσιο. Η επιμονή στην ιατρονομική διαχείριση της κάνναβης με βάση το επικρατούν φαρμακευτικό πρότυπο, και με πολύ συντηρητισμό, καταλήγει να στερεί ένα χρήσιμο φάρμακο από τους ασθενείς, περιπλέκει δε και την εμπορική διαχείριση, π.χ. όταν κανναβινοειδή κατηγοριοποιούνται ως καινοφανή τρόφιμα2(!).
Το βιβλίο αυτό γράφηκε για να χρησιμεύσει ως οδηγός σε όσους επαγγελματίες υγιείας -κυρίως ιατρούς- αναζητήσουν βαθύτερη κατανόηση και συστηματοποίηση των γνώσεων, που σχετίζονται με το ενδοκανναβινοειδές σύστημα και τη θεραπευτική χρήση της κάνναβης. Επίσης, για να χρησιμεύσει ως βάση για την περαιτέρω γνωστική εμβάθυνση στο αντικείμενο. Σε περιβάλλον όπου κυριαρχεί ακόμη η εμπειρική καθοδήγηση των ασθενών από καλοπροαίρετους συμβούλους και ακτιβιστές, ευελπιστώ ότι το βιβλίο θα αποτελέσει και θεμέλιο για τη λήψη ορθών και επωφελών θεραπευτικών αποφάσεων υπέρ των ασθενών, σε επιστημονική πλέον βάση.
Αθήνα, Ιούλιος 2024
Αίας-Θεόδωρος Παπασταύρου Ιατρός, Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής, Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Butrica, J. L. (2002). The Medical Use of Cannabis Among the Greeks and Romans. J Cann Therap, 2(2), 51–70. Gruber, S. A., Sagar, K. A., Dahlgren, M. K., Gonenc, A., Smith, R. T., Lambros, A. M., Cabrera, K. B., et al. (2018). The Grass Might Be Greener: Medical Marijuana Patients Exhibit Altered Brain Activity and Improved Executive Function after 3 Months of Treatment. Front Pharmacol, 8. Malhotra, P., Casari, I., & Falasca, M. (2021). Therapeutic potential of cannabinoids in combination cancer therapy. Adv Biol Reg, 79, 100774. Munson, A. E., Harris, L. S., Friedman, M. A., Dewey, W. L., & Carchman, R. A. (1975). Antineoplastic Activity of Cannabinoids2. J Nat Cancer Inst, 55(3), 597–602. Wikipedia: History Of Medical Cannabis. Wikipedia https://en.wikipedia.org/wiki/History_of_medical_cannabis