EN | GR

ΜΕΡΟΣ 3. Συνθετική θεώρηση των φυτοκανναβινοειδών

Α. “Entourage effect”: Το φαινόμενο του “χημικού περιγύρου”

Όπως είδαμε μέχρι τώρα, η κάνναβη είναι ένα φαρμακολογικά πλούσιο φυτό με πληθώρα δρα­στικών ουσιών. Η πολυμειγία των ουσιών της κάνναβης, αλλά και η πολυμειγία των υποδο­χέων στους οποίους αυτές δυνητικά απευθύνονται, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για πολύ­πλοκες αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους, άλλοτε συνεργικές και άλλοτε το αντίθετο. Εκτός από τις μελέτες των φυτοκανναβινοειδών ως μεμονωμένων ουσιών, μερικά φυτοκανναβινοειδή έχουν μελετηθεί κλινικά και ως το κύριο συστατικό κάποιου εκχυλίσματος κάνναβης, που δεν έχει υποβληθεί σε περαιτέρω επεξεργασία για απομόνωση ουσιών. Τα εκχυλίσματα αυτά έχει επικρατήσει να χαρακτηρίζονται ως “πλήρους φάσματος”, διότι περιέχουν το “πλήρες φάσμα” των ουσιών, που παράγονται από τη συγκεκριμένη χημειοποικιλία. Διευκρινίζεται ότι η έννοια “πλήρες φάσμα” δεν αναφέρεται στο σύνολο των ουσιών, οι οποίες δυνητικά μπορεί να παραχθούν από το είδος Cannabis sativa L., αλλά στο συγκεκριμένο φυτό, το οποίο εκχυλίζεται.

Από πολύ νωρίς παρατηρήθηκε ότι η δράση των μεμονωμένων κανναβινοειδών διαφέ­ρει εκείνης των πλήρους φάσματος. Η διαφορετικότητα αυτή εκδηλώνεται είτε ως τάση για περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες με τα μεμονωμένα σκευάσματα, είτε απλώς ως ανάγκη για πολλαπλάσια δόση της απομονωμένης ουσίας για το ίδιο φαρμακολογικό αποτέλεσμα, που θα επιτυγχανόταν με το σκεύασμα πλήρους φάσματος. Το φαινόμενο αυτό αποδίδεται στις πολλαπλές συνέργειες και αντενέργειες στο πλαίσο του πλήρους φάσματος, οι οποίες δεν υ­πάρχουν στα σκευάσματα μεμονωμένων κανναβινοειδών. Το σύνολο των συνεργειών και α­ντενεργειών αυτών ονομάζεται σήμερα “entourage effect”. Ο όρος δημιουργήθηκε από την ο­μάδα του R. Mechoulam (Ben-Shabat και συν., 1998), αρχικά για να χαρακτηρίσει τη συνολική δράση των ενδοκανναβινοειδών σε περιβάλλον in vivo, δηλαδή μαζί και με όλους τους μεταβο­λίτες του οργανισμού (σε αντίθεση με τη μεμονωμένη δράση in vitro). Σήμερα έχει προσλάβει τη σημασία που προαναφέρθηκε σχετικά με τα φυτοκανναβινοειδή [Sanchez-Ramos, (2015), Russo, (2019)]. Ως απόδοση στην Ελληνική προτείνουμε τον όρο “χημικός περίγυρος”. Στα γαλλικά, η λέξη "entourage" σημαίνει "περίγυρος" ή "περιβάλλον", και συχνά αναφέρεται σε ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι περιβάλλουν και υποστηρίζουν ένα άτομο. Κατ΄ αναλογίαν, μπορεί κανείς εύκολα να φαντασθεί τα ελάσσονα κανναβινοειδή, τερπένια και φλαβονοειδή να “υποστηρίζουν” τη δράση του πρωτεύοντος κανναβινοειδούς, αποτελώντας έτσι τον περίγυρό του, ο οποίος προφανώς είναι χημικός.

Οι Blasco-Benito και συν., (2018) μελέτησαν τη διαφορά σκευασμάτων μεμονωμένης THC συγκριτικά με σκευάσματα THC πλήρους φάσματος, και βρήκαν ότι τα δεύτερα ήταν πιο αποτελεσματικά εναντίον όγκων ER+/PR+, HER2+, και τριπλά αρνητικών σε κυτταροκαλλιέρ­γειες. Το ίδιο επιβεβαιώνεται και στις κλινικές εφαρμογές: Για παράδειγμα, ο έλεγχος ενός ε­πιληπτικού συνδρόμου απαιτεί συνήθως 5-20 mg/Kg καθαρή CBD [Perucca, (2017), Lazaridis και συν., (2019), Chen και συν., (2019)], ενώ με γαληνικά σκευάσματα πλήρους φάσματος αυτό επιτυγχάνεται συνήθως με το ½ έως 1/5 αυτής της δόσης. Το πρόβλημα εδώ έγκειται στο ότι οι παρατηρήσεις με γαληνικά σκευάσματα πλήρους φάσματος προέρχονται από ασυστηματο­ποίητες αναφορές αποτελεσμάτων από την καθ΄ ημέραν πράξη, ενώ για τις απομονωμένες ουσίες υπάρχουν συστηματικές μελέτες. Ομοίως, οι Ferber και συν., (2020) αναφέρονται στη χρήση τερπενίων και κανναβινοειδών στις διαταραχές του συναισθήματος, και δεν διστάζουν να ονομάσουν τις παρατηρούμενες συνέργειες “entourage effect”, παρ΄ ότι δεν προτείνουν συγκεκριμένο μηχανισμό.

Παρά, λοιπόν, το γεγονός ότι οι κλινικοί ιατροί, οι οποίοι εφαρμόζουν κανναβοθεραπεία, παρατηρούν το φαινόμενο του “χημικού περιγύρου” καθημερινά στους ασθενείς τους, δεν έχει ακόμη πεισθεί το σύνολο του επιστημονικού κόσμου, ότι το φαινόμενο υπάρχει. Αυτοί που το αμφισβητούν, θεωρούν ότι η ύπαρξή του δεν υποστηρίζεται από τα φαρμακολογικά ερευνητικά δεδομένα, και ότι η υποστήριξή του έχει εμπορικά κίνητρα (Cogan, 2020). Η άλλη πλευρά επιστρέφει την κατηγορία περί εμπορικών κινήτρων, ισχυριζόμενη ότι οι ερευνητές επιθυμούν να περιορίσουν την επιστημονική κανναβοθεραπεία στις φαρμακοτεχνικές συνθέσεις με βάση μεμονωμένα μόρια, και στα συνθετικά κανναβινοειδή, διότι μόνο οι δύο αυτές κατηγορίες μπορούν να τύχουν ευρεσιτεχνίας, και συνεπώς να έχουν εμπορικό ενδιαφέρον και οικονομικό όφελος. Οι μελέτες μέχρι και το 2020 δεν έχουν εντοπίσει π.χ. δράση των τερπενίων σε κανναβινοϋποδοχείς [Santiago και συν., (20192), Finlay και συν., (20203)] (βλ. υποσημείωση 1), τουλάχιστον με τον τρόπο που την αναζήτησαν. Παρά ταύτα, δεν παίρνουν θέση εναντίον της ύπαρξης του φαινομένου, και δηλώνουν ότι πρέπει να εξετασθούν και οι εκτός κανναβινοϋποδοχέων πιθανές δράσεις των τερπενίων. Σε νεώτερη εμπεριστατωμένη μελέτη των LaVigne και συν., (2021) βρέθηκε ότι τα τερπένια α-χουμουλένιο, γερανιόλη, λιναλοόλη, και β-πινένιο είχαν κανναβομιμητική δράση σε πειραματόζωα, εν μέρει εμποδιζόμενη από αναστολείς του CB1R. Επίσης, βρέθηκε ότι τα 4 τερπένια συνεργούν με το τεχνοκανναβινοειδές WIN-55,212-2, επαυξάνοντας τη δράση του. Οι συγκεντρώσεις των 4 τερπενίων, τα οποία μεμονωμένα ενεργοποιούν τον CB1R, είναι υψηλές έως πολύ υψηλές (10-500 μM), παρά ταύτα, τα ευρήματα είναι αρκετά ως βάση για την υποστήριξη της ύπαρξης φαινομένου “χημικού περιγύρου”. Στην ακόμη νεώτερη μελέτη των Raz και συν., (2023), που έγινε in vitro, σε ετερόλογη πειραματική διάταξη (βλ. υποσημείωση 2), υποστηρίζεται ότι τα τερπένια βορνεόλη, γερανιόλη, λιμονένιο, λιναλοόλη, οσιμένιο, σαβηνένιο, και τερπινεόλη ενισχύουν τον αγωνισμό της THC στον CB1R, ακόμη και σε ιδιαίτερα χαμηλές συγκεντρώσεις (0.001–0.01 µM). Τα επτά αυτά τερπένια βρέθηκε ότι μπορούν να ενεργοποιήσουν αυτόνομα τους υποδοχείς CB1, αλλά σε ποσοστό 10-50% αυτού που επιτυγχάνεται από την μεμονωμένη THC. Συνεπώς, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ασθενείς αγωνιστές. Ο συνδυασμός ορισμένων τερπενίων με την THC αυξάνει προσθετικά ή πολλαπλασιαστικά την ενεργοποίηση του CB1R (συνέργεια), σε σύγκριση με μόνη την THC. Η συνέργεια δεν ήταν ανάλογη με τη συγκέντρωση των τερπενίων: Η βελτιστοποίηση εμφανιζόταν σε συγκεντρώσεις παραπλήσιες με αυτές που υπάρχουν εκ φύσεως στην κάνναβη, δηλαδή πολύ χαμηλές (περιεκτικότητες <2.5% επί ξηρού ανθού). Με βάση τα δεδομένα της συγκεκριμένης μελέτης, ορισμένα τερπένια μπορούν να χαρακτηρισθούν ως τροποποιητές της δράσης της THC στον CB1R. Αν όλα αυτά επιβεβαιωθούν και από άλλες μελέτες, τότε δεν θα υπάρχει αμφιβολία για το φαινόμενο του “χημικού περιγύρου”, τουλάχιστον για το μέρος του, που αφορά σε τερπένια. Οι Raz και συν., (2023) προτείνουν ότι, για καλλίτερο θεραπευτικό αποτέλεσμα, μπορεί να γίνεται εμπλουτισμός των εκχυλισμάτων κανναβινοειδών με τα τερπένια, που ενδείκνυνται ανάλογα με το νόσημα. Οφείλει κανείς να παρατηρήσει ότι αφ΄ ενός η ισχύς της μελέτης μειώνεται από την ετερόλογη φύση της πειραματικής διάταξης, αφ΄ ετέρου ότι η συνέργειες, οι οποίες παρατηρήθηκαν πειραματικά, ενδέχεται επί του ζώντος να μετατρέπονται σε αντενέργειες, διότι οι ασθενείς αγωνιστές μπορεί, παρουσία ισχυρών, να εκδηλώνονται ως ανταγωνιστές (Mackie, Devane, & Hille,1993, βλ. κεφ. 3).

Σε πρόσφατη ηλεκτροεγκεφαλογραφική μελέτη με χρήση τεχνητής νοημοσύνης, εστιασμένη στην ψυχοδραστικότητα της κάνναβης, φαίνεται να υποστηρίζεται το φαινόμενο του “χημικού περιγύρου" από το εύρημα ότι η εισπνοή παρασκευάσματος πλήρους φάσματος οδηγεί σε μια πλουσιότερη ψυχοδηλωτική εμπειρία, σε σύγκριση με το σκεύασμα απομονωμένης THC, με ηλεκτροεγκεφαλογραφικά, όχι υποκειμενικά κριτήρια. Με το εύρημα αυτό τίθεται σε ευθεία αμφισβήτηση η επικρατούσα αντίληψη, ότι αποκλειστικά η περιεκτικότητα σε THC καθορίζει το ψυχοδηλωτικό αποτέλεσμα [Sharma, Haaz, και συν., (ιστοσελίδα)].

Ο Nahler (2022) ανασκόπησε τη δράση των κανναβινοειδών στα νεοπλασματικά νοσήματα, και βρήκε ότι τα πλούσια σε CBD σκευάσματα πλήρους φάσματος, συμπεριφέρονται διαφορετικά από τα αντίστοιχα σκευάσματα, πλούσια σε THC: Στην πλειονότητα των in vitro πειραμάτων για νεοπλασίες, η καθαρή CBD ήταν ανώτερη από τα πλούσια σε CBD εκχυλίσματα, ενώ το αντίθετο παρατηρήθηκε για την καθαρή THC και τα πλούσια σε THC σκευάσματα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο στα νευροεκφυλιστικά και άλλα νοσήματα. Το συμπέρασμα αυτό είναι δεκτικό πολλών ερμηνειών. Το αίτιο της διαφοράς θα αναζητηθεί είτε σε μεθοδολογικά ζητήματα, είτε στις επί μέρους αντινεοπλασματικές ιδιότητες των κανναβινοειδών, οι οποίες είτε ενισχύονται, είτε αποδυναμώνονται στα πλήρους φάσματος εκχυλίσματα, με τη σύνθεση, την οποίαν αυτά έχουν κάθε φορά. Περαιτέρω, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι, ενώ οι Santiago και συν., (2019) και Finlay και συν., (2020) εντόπισαν την ήπια αγωνιστική δράση του β-καρυοφυλλενίου στον CB2R, που είναι άλλωστε τεκμηριωμένη και από άλλους ερευνητές (Fidyt και συν., 2016), αυτό που αναπαράγεται στις ανασκοπήσεις για το θέμα είναι ότι γενικά τα τερπένια δεν επιδρούν στους κλασσικούς κανναβινοϋποδοχείς. Βεβαίως, αν το σύνολο ή τα περισσότερα τερπένια ήταν κανονικά προσδέματα των κανναβινοϋποδοχέων, τότε ή θα ήταν κατηγοριοποιημένα ως κανναβινοειδή, ή, το πιθανότερο, δεν θα ασχολούμαστε καθόλου με την κάνναβη, αφού πλήθος άλλων φυτών θα μας προσέφεραν τερπένια με ιδιότητες κανναβινοειδών. Επομένως, όλη αυτή η συζήτηση εντάσσεται στην επικρατούσα υπερσυντηρητική ιατρική συνήθεια, τη βασισμένη στη λογική πλάνη να αρνούμαστε την ύπαρξη πραγμάτων, μόνο και μόνο διότι η ύπαρξή τους δεν έχει ακόμη αποδειχθεί, απωθώντας (ή/και αποκρύπτοντας) το γεγονός ότι ούτε η ανυπαρξία τους έχει αποδειχθεί (βλ. υποσημείωση 3). Η έρευνα, που αναγκαστικά κάποτε θα ολοκληρωθεί, πρέπει να στραφεί στη μελέτη άλλων στόχων, είτε αυτοί θα είναι υποδοχείς, είτε και απλοί βιοχημικοί/φαρμακολογικοί στόχοι, αφού το φαινόμενο του χημικού περιγύρου στην κανναβοθεραπεία μπορεί να έχει τρεις μόνο συνιστώσες:

  1. Την άμεση φαρμακοδυναμική: Αφορά στην επίδραση 2 ή περισσότερων ουσιών σε ένα και τον ίδιο υποδοχέα. Εκδηλώνεται είτε ως ανταγωνισμός, είτε ως αθροιστική δράση, είτε ως συνέργεια.

  2. Την έμμεση φαρμακοδυναμική: Αφορά στην λειτουργική αλληλεπίδραση 2 ή περισσότερων ουσιών, που δρουν μέσω διαφορετικών υποδοχέων, ή μέσω κινητοποίησης διαφορετικών δεύτερων αγγελιαφόρων από τον ίδιο υποδοχέα. Αυτό εξαρτάται από ποιά πρωτεΐνη G, και ποιές GTPάσες θα ενεργοποιηθούν μέσω του υποδοχέα, από το εκάστοτε πρόσδεμα, και συνιστά το φαινόμενο του προτιμησιακού αγωνισμού (biased agonism, βλ. κεφ. 3). Οι δύο αρχικά ανεξάρτητες δράσεις είναι, σε λειτουργικό επίπε­δο, είτε ανταγωνιστικές, είτε αθροιστικές, είτε συνεργικές.

  3. Τη φαρμακοκινητική: Αφορά στην απορρόφηση, ιστική κατανομή, μεταβολισμό, απέκκριση.

Μια επί πλέον ένδειξη υπέρ της ύπαρξης του φαινομένου του χημικού περιγύρου προκύπτει από την τοξικολογία των τεχνοκανναβινοειδών, που κατακλύζουν την αγορά με διάφορα ονόματα, όπως Spice, K2, Magic gold, Zo Hai Rx, Probation Kush, κ.λπ. Τα σκευάσματα αυτά δεν περιέχουν καθόλου CBD, ούτε τερπένια, ούτε φλαβονοειδή, ενώ είναι πλήρεις αγωνιστές των CB1/2R και άλλων υποδοχέων (GPR55, TRPs, κ.λπ.). Ο αγωνισμός τους στα εγκεφαλικά κύτταρα και σε άλλα όργανα είναι πλήρης, αλλά και αμετρίαστος, αφού λείπει το πλήθος των συνοδευτικών ενώσεων, τις οποίες ονομάζουμε χημικό περίγυρο, εξ ου και έχουν καταστροφικά αποτελέσματα, τα οποία δεν παρατηρούνται με την χρήση κάνναβης (Spaderna, Addy, & D’Souza, 2013). Το φαινόμενο του χημικού περιγύρου παραμένει ακόμη σε πολλές πτυχές του πλημμελώς μελετημένο. Μία από τις πτυχές αυτές είναι ότι εκχυλίσματα από διαφορετικές χημειοποικιλίες κάνναβης, με ίδια βασική σύνθεση (π.χ. περιεκτικότητα στα βασικά κανναβινοειδή CBD και THC), αναστέλλουν την ανάπτυξη διαφορετικών κυτταρικών σειρών καρκίνου in vitro. Παρόμοιες διαφορές παρατηρούνται σε αυτιστικούς ασθενείς, σε επώδυνα, σε επιληπτικά σύνδρομα, κ.λπ., ακόμη και με την αλλαγή παρτίδας σκευάσματος, με ίδια αδρή σύνθεση. Το ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί εν προκειμένω είναι: Πόσα και ποια είναι τα απαραίτητα συστατικά ενός εκχυλίσματος κάνναβης, για να διατηρεί αυτό τις ιδιότητές του (π.χ. να είναι καρκινοκτόνο για κάποιους καρκίνους και να μην είναι για κάποιους άλλους, ή να αντιμετωπίζει τις επιληπτικές κρίσεις συγκεκριμένου ασθενούς και όχι άλλου, κ.λπ.); Απαντήσεις σε τέτοιου είδους ερωτήματα προσπαθεί να δώσει η ομάδα D. Meiri στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Technion του Ισραήλ (Berman και συν., 2018). Με τόσο πολλές ουσίες να αλληλεπιδρούν, η γραμμική πρόβλεψη, με τη χρήση πεπερασμένων στοιχείων και μεγάλων αριθμών, είναι εφικτή μέχρις ενός σημείου. H στοχαστική προσέγγιση, την οποίαν επιχειρούν στο Technion, ίσως αποφέρει πρακτικά αξιοποιήσιμα συμπεράσματα [διάλεξη D. Meiri, 2018, (youtube μετά το 2ο λεπτό)].

Συμπερασματικά, οι μελέτες αξιολόγησης των ουσιών της κάνναβης, έχουν δείξει ότι πολλές από αυτές θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν θεραπευτικά στο πλαίσιο μιας περιεκτικής προσέγγισης των διαφόρων νοσημάτων, ιδίως των χρόνιων, των εκφυλιστικών και των κακοήθων, χωρίς τους αποκλεισμούς του παρελθόντος, που μόνο σε προκατάληψη και υπερσυντηρητισμό βασίστηκαν. Η κάνναβη έχει ορισμένα πλεονεκτήματα στη διαχείριση των συμπτωμάτων ασθενών τέτοιου είδους. Αποδεκτές εφαρμογές είναι ήδη μερικά επιληπτικά σύνδρομα, ο νευροπαθητικός και καρκινικός πόνος, η σπαστικότητα της πολλαπλής σκληρύνσης, η ναυτία και οι έμετοι της χημειοθεραπείας, ίσως και οι αυτιστικές διαταραχές, το σύνδρομο του μετατραυματικού stress, κάποιες εκδηλώσεις των ανοϊκών και νευροεκφυλιστικών διαταραχών, και η ανορεξία και καχεξία των ασθενών με AIDS. Προσφέρει το πλεονέκτημα της αντιμετώπισης όλων αυτών με ένα σκεύασμα, και με μικρή πιθανότητα εθιστικών ή/και εξαρτητικών συνεπειών (οπωσδήποτε μικρότερη από αυτήν των οπιοειδών). Δυνητικό πλεονέκτημα είναι ότι με κατάλληλη διαχείριση, εμπειρική μέχρι τώρα, θα μπορούσε ίσως να έχει θεραπευτική δράση και ως προς το νόσημα καθαυτό. Έχει το μειονέκτημα ότι τα κανναβινοειδή είναι λιγότερο ισχυρά από τα εξειδικευμένα αντιεμετικά, παυσίπονα, υπνωτικά, κ.λπ. Πέρα από τη θεραπευτική δράση των φυτοκανναβινοειδών, που είναι αναμφισβήτητη σε προκλινικό και εν μέρει σε κλινικό επίπεδο μέχρι τώρα, υπάρχουν και οι συνοδές τους ουσίες στο φυτό και σε άλλα φυτά: Τα τερπένια και τα φλαβονοειδή. Αυτά δεν φαίνεται να τα υπολογίζουμε αρκετά σοβαρά ακόμη ως προς τη θεραπευτική τους αξία. Όμως, οι παλαιές εθνοβοτανολογικές γνώσεις και οι ενδείξεις, οι διαφαινόμενες από τις υπάρχουσες μελέτες, ήδη προκαλούν το ενδιαφέρον για υπαγωγή και αυτών στην κλινική έρευνα, αφού, όπως φαίνεται, κάποιες από αυτές τις ουσίες μπορούν να συμβάλουν στην ιστική προστασία με διάφορους τρόπους ή/και να προσφέρουν φαρμακοκινητική υποβοήθηση σε χημειοθεραπευτικά, πέραν του γεγονότος ότι συμμετέχουν και στο φαινόμενο του “χημικού περιγύρου” των κανναβινοειδών.


Υποσημείωση 1: Η μελέτη των Santiago και συν., (2019) έχει το μεθοδολογικό πρόβλημα της αναζήτησης των τυχόν επιδράσεων των τερπενίων μόνο στον επηρεασμό διαύλων GIRK, ενώ θα μπορούσε ο επηρεασμός να εκδηλωθεί και με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, μέσω διαφόρων υποδοχέων, αλλά και ανεξαρτήτως αυτών. Η μελέτη των Finlay και συν., (2020) έχει αποκλείσει την ορθοστερική και αλλοστερική σύνδεση των τερπενίων στους κλασσικούς κανναβινοϋποδοχείς. Απομένει η εξέταση όλων των υπολοίπων υποδοχέων (εντός και εκτός ενδοκανναβινοειδούς συστήματος), και η εξέταση των τυχών αμέσων και εμμέσων φαρμακολογικών αλληλεπιδράσεων με την πληθώρα ουσιών της κάνναβης, για τα οποία δεν κάνει λόγο.

Υποσημείωση 2: Ετερόλογη σημαίνει ότι οι κανναβινοϋποδοχείς εκφράστηκαν σε μια κυτταρική σειρά, η οποία δεν τους παράγει με φυσικό τρόπο. Συνήθως, τα γονίδια για τον υποδοχέα CB1 εισάγονται σε ένα κύτταρο ξενιστή (συχνά έναν τύπο κυττάρου που είναι εύκολος στην καλλιέργεια και στη διαχείριση, όπως μια ανθρώπινη εμβρυϊκή νεφρική κυτταρική σειρά ή κύτταρα HEK). Αυτό το σύστημα επιτρέπει στους ερευνητές να μελετήσουν τους υποδοχείς σε απομόνωση από άλλες μεταβλητές, οι οποίες υπάρχουν στο φυσικό τους περιβάλλον, και οι οποίες αναμένεται να περιπλέξουν την επιδιωκόμενη παρατήρηση.

Υποσημείωση 3: Παράδειγμα σοφίσματος: Η πρόταση: “Δεν έχει αποδειχθεί ότι η κάνναβη αποτελεί θεραπευτική επιλογή για τους κακοήθεις όγκους” προβάλλεται ως ισοδύναμη της πρότασης: “Έχει αποδειχθεί ότι η κάνναβη δεν αποτελεί θεραπευτική επιλογή για τους κακοήθεις όγκους”, ενώ αγνοείται σχεδόν καθολικά η πρόταση “Δεν έχει αποδειχθεί ότι η κάνναβη δεν αποτελεί θεραπευτική επιλογή για τους κακοήθεις όγκους”.