Μοριακό βάρος: 204.36
Αρώματα: Χόρτων, κηρού, φρεσκάδας
Εναλλακτικές πηγές: Κουρκουμάς wenyujin, μαύρο κύμινο (Nigella)
Αιθέρια έλαια εμπορίου (ασήμαντες συγκεντρώσεις): Cymbopogon wint. (2%), Cananga odorata (1%)
Το β-ELE είναι ιδιαίτερα εύχρηστο αντικαρκινικό φάρμακο στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική, χορηγούμενο ως βότανο (Rhizoma Zedoariae). Σήμερα θεωρείται στην Κίνα επίσημο, αδειοδοτημένο, δυτικού τύπου φάρμακο, και χορηγείται από το στόμα και ενδοφλέβια. Επίσης, έχει μελετηθεί σε προκλινικές και μικρές κλινικές μελέτες. Οι ιδιότητές του είναι η αντιπολλαπλασιαστική, η αναστολή προόδου του κυτταρικού κύκλου, η αντιαγγειογενετική και η αποπτωτική σε καρκίνο του πνεύμονος, του προστάτη, της ωοθήκης, στο γλοιοβλάστωμα, τη λευχαιμία, το μελάνωμα [ενδεικτικά Wang και συν., (2005), Li και συν., (2005), Yao και συν., (2008), Li και συν., (2010), Yu και συν., (2011), Chen και συν., (2011)]. Οι βιοχημικές οδοί που επηρεάζει είναι κυρίως η αναστολή των οδών MAPK/ERK και PI3K/Akt/mTORC1 (Jiang και συν., 2016). Συνεργεί με την τεμοζολομίδη αυξάνοντας τη διέλευσή της στον εγκέφαλο και την ευαισθησία των μητρικών κυττάρων του γλοιοβλαστώματος σ΄ αυτήν [Zhao και συν., (2012), Zhu και συν., (2014), Zhang και συν., (2021)]. Συνεργεί, επίσης, με τα παράγωγα της πλατίνης στη θεραπεία του γλοιοβλαστώματος, του μαλπιγιακού καρκίνου του στόματος και του ηπατοκυτταρικού καρκίνου, και ευαισθητοποιεί το μελάνωμα στην ακτινοβολία (ενδεικτικά Tong και συν., 2020), και αναστρέφει την εγκατεστημένη χημειοαντοχή (Tan και συν., 2021).
Η αντινεοπλασματική χρησιμότητα του β-ELE σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία επιβεβαιώθηκε από μεγάλη μετα-ανάλυση για τον καρκίνο του πνεύμονα, τον ηπατοκυτταρικό καρκίνο, τους μεταστατικούς όγκους εγκεφάλου, τη λευχαιμία, αλλά δεν επιβεβαιώθηκε για τον καρκίνο του στομάχου (Xu και συν., 2013). Σε άλλη μετα-ανάλυση, το β-ELE φάνηκε ως ασφαλές και αποτελεσματικό φάρμακο σε συνδυασμό με παράγωγα πλατίνης, για μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα σταδίου III/IV. Αναδείχθηκε και η βελτίωση της κυτταρικής ανοσίας, η αναστροφή εγκατεστημένης χημειοαντοχής, καθώς και η ελάττωση της τοξικότητας της πλατίνης (Wang και συν., 2019). Η αναστροφή της χημειοανθεκτικότητας έχει βεβαίως και την αντίθετη όψη: Το ενδεχόμενο εκδήλωσης τοξικότητας από μεγάλη ενδοκυττάρια συγκέντρωση πακλιταξέλης, κολχικίνης, και βινβλαστίνης (Zhang και συν., 2015). Οι συγκεντρώσεις του β-ELE, που απαιτούνται για την εκδήλωση όλων των δράσεων που αναφέρθηκαν, δεν μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω της κάνναβης. Αν η συνέργεια του β-ELE είναι επιθυμητή, αυτό πρέπει να προστεθεί ως χωριστό σκεύασμα. Οι μηχανισμοί ενεργοποίησης των κασπασών με την επενέργεια του ελεμενίου παριστάνονται στο σχήμα 25.
Σχήμα 25. Βιοχημικές οδοί που προκαλούν αυτοφαγία/απόπτωση, υπό την επίδραση του β-ELE.
Το β-ELE είναι δυνατόν να επάγει απόπτωση, ανάλογα με τον τύπο του καρκινικού κυττάρου, είτε ενεργοποιώντας την εξωτερική οδό (καταρράκτης της κασπάσης 8), είτε την εσωτερική, μιτοχονδριακή οδό, είτε τροποποιώντας την οξειδωτική κατάσταση του κυττάρου μέσω αναστολής της γλουταθειόνης (Jiang και συν., 2016). Η ενεργοποίηση της εξωτερικής αποπτωτικής οδού από τις καθεψίνες δεν έχει αναπαρασταθεί εδώ.
β-ELE: β-ελεμένιο, FasR & FasL: Υποδοχεύς και πρόσδεμα Fas1, FADD2: Τελεστής κυτταρικού θανάτου, Apaf1: Αποπτωτική πρωτεΐνη της μιτοχονδριακής οδού, Cas: Διάφορες κασπάσες, cFlip3: Ένας αντιαποπτωτικός παράγοντας, Cath: Καθεψίνες4, L/S: Λυσόσωμα, Bax/Bak5: Αποπτωτικό σύμπλεγμα, Bid6: Ενεργοποιητής των Bax/Bak, Bcl27: Αντιαποπτωτικός παράγοντας