Προκλινικά δεδομένα, σημερινές δυνατότητες και όρια της γνώσης
Το παρόν άρθρο βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα που έχουν δημοσιευθεί κυρίως τις δύο τελευταίες δεκαετίες και αποτυπώνει την κατάσταση της γνώσης κατά τον χρόνο συγγραφής του, με μικρές επικαιροποιήσεις (Velasco et al., 2016· Abrams, 2016· Ramer & Hinz, 2015). Η έρευνα στον χώρο των κανναβινοειδών εξελίσσεται ραγδαία, ιδίως ως προς την αντικαρκινική τους δράση, αλλά και τις πιθανές παρενέργειες και αλληλεπιδράσεις τους με άλλες θεραπείες.
Το κείμενο αυτό παρέχει γενική επιστημονική πληροφόρηση και δεν συνιστά σε καμία περίπτωση εξατομικευμένη ιατρική συμβουλή, διάγνωση ή σύσταση θεραπείας. Οι ασθενείς οφείλουν να συμβουλεύονται τον θεράποντα ιατρό τους πριν από οποιαδήποτε αλλαγή στη θεραπευτική αγωγή.
Η κάνναβη είναι, έτσι και αλλιώς, ένα αμφιλεγόμενο αντικείμενο. Από τη μία πλευρά, φέρει ακόμη πάνω της τη σκιά της πολύχρονης απαγόρευσης και της ιδεολογικά φορτισμένης, συχνά παραπλανητικής προπαγάνδας εναντίον της. Από την άλλη, πολλοί προοδευτικοί και απροκατάληπτοι άνθρωποι βλέπουν το θεραπευτικό δυναμικό της (Οικονομόπουλος, 2016).
Ως θεραπευτικό μέσο κατά του καρκίνου, η κάνναβη προκαλεί ακόμη ισχυρότερα και αντιτιθέμενα συναισθήματα, ιδίως στους κύκλους των ογκολόγων και των ασθενών που τη χρησιμοποιούν. Οι δύο αυτοί κόσμοι βρίσκονται συχνά απέναντι αλλήλων, και αυτό είναι ως ένα σημείο φυσικό: οι γιατροί αποτελούν γενικά έναν συντηρητικό κλάδο, αλλά με ισχυρή γνώμη και αυθεντία, ενώ παράλληλα η έρευνα γύρω από την κάνναβη είχε εμποδιστεί για σχεδόν έναν αιώνα (Velasco et al., 2016).
Η κάνναβη ταξινομήθηκε αυθαίρετα ως «ναρκωτικό» υψηλού κινδύνου, με συνέπεια να απαγορεύεται η διερεύνηση των αντικαρκινικών της ιδιοτήτων με κλινικές μελέτες σε ανθρώπους. Η συνέπεια όλων αυτών είναι:
Η διεξαγωγή σοβαρών κλινικών μελετών σε ανθρώπους έχει ήδη αρχίσει, αλλά τα αποτελέσματα ακόμη δεν είναι επαρκή ώστε να θεωρηθούν οριστικά ή να οδηγήσουν σε αλλαγές των επίσημων θεραπευτικών οδηγιών (Velasco et al., 2016· Velasco et al., 2016b). Αντίθετα, υπάρχει ήδη πλήθος προκλινικών μελετών σε κυτταροκαλλιέργειες και ζωικά μοντέλα, οι οποίες δείχνουν ότι τόσο η THC (Δ⁹-τετραϋδροκανναβινόλη) όσο και η CBD (κανναβιδιόλη) έχουν σημαντικές αντικαρκινικές ιδιότητες, τουλάχιστον σε ορισμένους τύπους καρκίνου (Velasco et al., 2016· Ramer & Hinz, 2015).
Σε αρκετές περιπτώσεις, προκλινικά ευρήματα σε ζωικά μοντέλα έχουν στο παρελθόν επιβεβαιωθεί αργότερα και στον άνθρωπο, γεγονός που στηρίζει την αισιοδοξία για τα κανναβινοειδή· αυτό όμως δεν εγγυάται ότι θα συμβεί το ίδιο και εδώ, ούτε επιτρέπει προς το παρόν οριστικά κλινικά συμπεράσματα.
Έχει αποδειχθεί ότι τα δύο αυτά φυτοκανναβινοειδή, αλλά και άλλα λιγότερο μελετημένα:
Χωρίς πρόθεση να παρουσιαστεί εδώ συστηματική ανασκόπηση (τα σχετικά άρθρα αριθμούνται πλέον σε χιλιάδες), αξίζει μια σύντομη αναφορά σε ορισμένα χαρακτηριστικά ευρήματα:
Τα δεδομένα αυτά συγκλίνουν στο ότι τα κανναβινοειδή έχουν δυνατότητα να στοχεύουν πολλαπλές πτυχές της καρκινικής βιολογίας (κυτταρική επιβίωση, αγγειογένεση, μεταστατική ικανότητα).
Η μέχρι σήμερα πιο χαρακτηριστική κλινική δοκιμή αφορά ασθενείς με υποτροπιάζον γλοιοβλάστωμα, στους οποίους χορηγήθηκε THC απευθείας στον όγκο (ενδοκοιλοτικά / ενδοπαρεγχυματικά) σε πλαίσιο πιλοτικής μελέτης φάσης Ι (Guzmán et al., 2006).
Τα κύρια συμπεράσματα ήταν:
Η μελέτη αυτή είχε κυρίως στόχο να ελέγξει ασφάλεια και εφικτότητα, όχι αποτελεσματικότητα, αλλά αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα προς τη διερεύνηση της αντικαρκινικής δράσης των κανναβινοειδών στον άνθρωπο.
Σε πολλές χώρες – χαρακτηριστικά στις ΗΠΑ – επικρατεί ένα αντιφατικό ρυθμιστικό πλαίσιο: η χρήση κάνναβης μπορεί να είναι νόμιμη σε επίπεδο πολιτείας, αλλά παραμένει παράνομη σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Ως συνέπεια, η έρευνα σε ανθρώπους συχνά εμποδίζεται ή καθυστερεί, αφού απαιτείται ομοσπονδιακή χρηματοδότηση και έγκριση για κλινικές μελέτες.
Παράδοξα συναντάμε και αλλού: στην Αγγλία, για πολλά χρόνια υπήρξε από τις μεγαλύτερες παραγωγούς και εξαγωγούς χώρες ιατρικής κάνναβης, ενώ η εσωτερική ιατρική χρήση της ήταν αυστηρά περιορισμένη ή απαγορευμένη (Cannabisnews.gr, 2016).
Την ίδια στιγμή, σε κράτη που έχουν νομιμοποιήσει την ιατρική κάνναβη, πολλοί απελπισμένοι ασθενείς με καρκίνο τη χρησιμοποιούν, όχι μόνο για την αντιμετώπιση των παρενεργειών της χημειοθεραπείας (ναυτία, έμετοι, ανορεξία) και του καρκινικού πόνου, αλλά συχνά και ως κύρια αντικαρκινική θεραπεία (Abrams, 2016).
Υπάρχουν χιλιάδες ανεκδοτολογικές αναφορές ασθενών που χρησιμοποίησαν συμπυκνωμένα έλαια κάνναβης (κλασικά το γνωστό ως έλαιο Simpson – RSO), πλούσια σε THC ή CBD ή και στα δύο, και κατέγραψαν πλήρη ή σημαντική υποχώρηση του καρκίνου. Ωστόσο, οι αναφορές αυτές σπανίως συνοδεύονται από πλήρη κλινική τεκμηρίωση, επαρκή παρακολούθηση ή δημοσίευση σε έγκριτα επιστημονικά περιοδικά, και άρα δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις κλασικές κλινικές δοκιμές.
Η παρηγορική χρήση της κάνναβης στον καρκίνο είναι σήμερα το πιο «ώριμο» πεδίο εφαρμογής:
Σε όλες αυτές τις εφαρμογές, η κάνναβη δεν δίδεται με αντινεοπλασματικό θεραπευτικό σκοπό, αλλά ως πρόσθετο εργαλείο στο πλαίσιο της παρηγορικής φροντίδας, με ελεγχόμενο, ιατρικά καθοδηγούμενο τρόπο.
Σε σύγκριση με τα κλασικά κυτταροτοξικά χημειοθεραπευτικά, η κάνναβη και τα κανναβινοειδή θεωρούνται σχετικά ατοξικά όσον αφορά τις οξείες, απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες (Velasco et al., 2016· Ramer & Hinz, 2015). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι εντελώς ακίνδυνα.
Ειδικά η CBD, πέρα από τις ευεργετικές της ιδιότητες, έχει και σημαντική ανοσοκατασταλτική δράση. Οι μηχανισμοί αυτής της δράσης περιλαμβάνουν:
Η ανοσοκατασταλτική ιδιότητα της CBD μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε αυτοάνοσα νοσήματα και χρόνιες φλεγμονώδεις καταστάσεις, αλλά δεν είναι επιθυμητή σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ανοσοενισχυτικά αντικαρκινικά φάρμακα, όπως οι αναστολείς σημείων ελέγχου (checkpoint inhibitors).
Η THC, από την άλλη, μπορεί να προκαλέσει:
Η εικόνα ασφάλειας είναι λοιπόν πολύ καλύτερη από εκείνη των κλασικών χημειοθεραπειών, αλλά απαιτεί προσεκτική εξατομίκευση και ιατρική παρακολούθηση.
Οι ασθενείς που αποφασίζουν – συχνά από απελπισία – «να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους» και να χρησιμοποιήσουν κάνναβη ως μέρος της αντικαρκινικής τους θεραπείας, έρχονται αντιμέτωποι με τέσσερα βασικά ερωτήματα:
Το σημαντικότερο και δυσκολότερο όλων είναι ο καθορισμός του θεραπευτικού στόχου (π.χ. παρηγορική ανακούφιση, επιβράδυνση νόσου, προσπάθεια για αντικαρκινικό αποτέλεσμα), ο οποίος μπορεί να καθοριστεί ρεαλιστικά μόνο μέσα από στενή συνεργασία γιατρού και ασθενούς. Ο θεραπευτικός στόχος είναι το πρώτο και βασικότερο στοιχείο της εξατομίκευσης.
Η δοσολογία είναι το πιο «καυτό» θέμα: όλοι αναζητούν το «μαγικό πρωτόκολλο», το οποίο όμως δεν υπάρχει. Παρά ταύτα, υπάρχει μια σαφής διχοτόμος, την οποία ο ιατρός οφείλει να σέβεται: στα καλοήθη και στα νευροεκφυλιστικά νοσήματα η δόση είναι γενικά χαμηλή έως μέτρια· το ίδιο και στην παρηγορική αγωγή του καρκίνου. Αν ο ασθενής έχει θέσει αντικαρκινικό στόχο, τότε η δόση πρέπει να είναι υψηλή έως πολύ υψηλή. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι παρηγορική αγωγή με κανναβινοειδή μπορεί να δίδεται σε καρκινοπαθείς μόνο όταν αυτοί είναι τελικού σταδίου, χωρίς ελπίδα χρονιότητος ή ιάσεως.
Ο δοσολογικός αυτός διαχωρισμός προκύπτει από τη μοριακή βιολογική συμπεριφορά των κυττάρων υπό την επίδραση κανναβινοειδών, όπως αυτή φαίνεται σε πολύ μεγάλο αριθμό προκλινικών μελετών. Ενδεικτικά αναφέρεται εδώ η μελέτη της Ligresti et al. (2006), στην οποία προσδιορίζεται η μέση ανασταλτική πυκνότης THC για διάφορα νεοπλάσματα in vitro. Επίσης, υπάρχουν μελέτες που δείχνουν την διφασική συμπεριφορά των κανναβινοειδών στις νεοπλασίες: σε αυξανόμενες χαμηλές συγκεντρώσεις παρατηρείται προνεοπλασματική δράση μέχρις ενός σημείου καμπής, μετά το οποίο η αύξηση της συγκεντρώσεως εκδηλώνει αντικαρκινική επίδραση (McHugh et al., 2012· Lueder et al., 2017).
Η δράση της κάνναβης δεν μοιάζει με των άλλων φαρμάκων. Όταν η χορήγηση κανναβινοειδών σκοπεύει να ρυθμίσει το δυσλειτουργικό ενδοκανναβινοειδές σύστημα του ασθενούς, τότε μικρές προς μέτριες δόσεις αρκούν· στις περιπτώσεις αυτές ακολουθείται η διαδικασία «ανίχνευσης» της δόσης στην οποία ανταποκρίνεται ο ασθενής. Στις νεοπλασματικές νόσους, το ενδοκανναβινοειδές σύστημα πρέπει να παρακαμφθεί από τις υψηλές δόσεις, στις οποίες, ούτως ή άλλως, οι κανναβινοϋποδοχείς ενδοκυτταρώνονται, και επομένως δεν ανταποκρίνονται στο ρυθμιστικό μας ερέθισμα.
Στην αντικαρκινική πρακτική:
Για τα καλοήθη και εκφυλιστικά νοσήματα, είναι καθήκον του ιατρού να βοηθήσει στον εντοπισμό της εξατομικευμένης βέλτιστης δόσης για τον συγκεκριμένο ασθενή και για τον θεραπευτικό στόχο που έχει επιλεγεί. Στην πράξη, αυτό σημαίνει συνήθως χαμηλή έναρξη και σταδιακή αύξηση (titration), με προσεκτική παρακολούθηση.
Η κάνναβη δεν έχει ενιαία “καθορισμένη δόση” όπως έχουν τα περισσότερα κλασικά φάρμακα. Η δόση εξατομικεύεται. Ένας γενικός κανόνας – με αρκετές εξαιρέσεις – είναι ότι οι νεότεροι ασθενείς χρειάζονται συχνά μεγαλύτερες δόσεις από τους γηραιότερους, μεταξύ άλλων λόγω της εξασθένησης του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος με την πάροδο της ηλικίας.
Το κατάλληλο μίγμα παίζει επίσης κρίσιμο ρόλο. Η CBD, με όλες τις ευεργετικές της ιδιότητες, έχει όπως είδαμε ανοσοκατασταλτική δράση, που θέτει περιορισμούς σε ορισμένες καρκινικές καταστάσεις, ενώ η THC φέρει το βάρος των ψυχοδραστικών και καρδιαγγειακών επιδράσεων.
Η συζήτηση γύρω από τα μίγματα κάνναβης συχνά περιορίζεται στην αναλογία THC/CBD. Ωστόσο, η πιο προχωρημένη έρευνα – μεταξύ άλλων από ισραηλινές ομάδες – δείχνει ότι άλλα φυτοκανναβινοειδή, σε συνέργεια ή αντενέργεια με τερπένια και φλαβονοειδή του φυτού, μπορεί να είναι εξίσου ή και περισσότερο σημαντικά για το θεραπευτικό αποτέλεσμα (Meiri, CANATECH παρουσίαση· Velasco et al., 2016).
Το φαινόμενο αυτό περιγράφεται συχνά ως «entourage effect», δηλαδή η ιδέα ότι τα συστατικά της κάνναβης δρουν συνεργικά, και ότι η συνολική θεραπευτική δράση ενός πλήρους εκχυλίσματος δεν ταυτίζεται με το άθροισμα των δράσεων των μεμονωμένων μορίων.
Η «παλέτα» των συστατικών:
και οι διαφορές αυτές έχουν θεραπευτική σημασία.
Είναι εύλογο να αναρωτηθούμε: μήπως δεν ξέρουμε ότι δεν ξέρουμε; Η ταπεινότητα απέναντι στην πολυπλοκότητα αυτή είναι απαραίτητη, ιδίως όταν καλούμαστε να δώσουμε θεραπευτικές οδηγίες.
Στην πράξη, πολλοί ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στην κατεστημένη θεραπεία του καρκίνου – και είναι πολλοί αυτοί – αναζητούν την κάνναβη ως εναλλακτική ή συμπληρωματική θεραπεία από μόνοι τους. Συμβουλεύονται άλλους, πιο έμπειρους ασθενείς, αλλά και τους υπαλλήλους των καταστημάτων κάνναβης. Συχνά προσφεύγουν στην «αυθεντία του ίντερνετ» για οδηγίες.
Η ανταλλαγή εμπειριών μεταξύ ασθενών είναι και θεμιτή και, δυστυχώς, αναγκαία λόγω της ανυπαρξίας επαρκούς επίσημης ενημέρωσης. Όταν όμως δεν αξιοποιείται με ιατρικό τρόπο, μπορεί να γίνει επιβλαβής. Η κάνναβη μπορεί να είναι σχετικά ασφαλής, αλλά ο καρκίνος είναι νόσημα εξαιρετικά πολύπλοκο, με βαθιές ρίζες μέσα στην ύπαρξη του ανθρώπου, βασανιστικό και θανατηφόρο. Δεν αντιμετωπίζεται ούτε με σκέτη χημειοθεραπεία, ούτε με δίαιτες, ούτε με «λαδάκια».
Δεν είναι ρεαλιστικό να πούμε στους ασθενείς «μην το κάνετε» όσο δεν τους προσφέρονται άλλες, πιο σοβαρές και επιστημονικά τεκμηριωμένες λύσεις. Μπορούμε όμως – και οφείλουμε – να τους συμβουλέψουμε:
Είναι σαφές ότι τα ιατρικά προβλήματα πρέπει να επιλύονται από κατάλληλα εκπαιδευμένους γιατρούς. Μόνο όποιος δεν έχει επίγνωση της πολυπλοκότητας του θέματος μπορεί να δίνει οδηγίες «ελαφρά τη καρδία».
Η διάκριση ανάμεσα σε πληροφόρηση και ιατρική συμβουλή είναι κρίσιμη: η πρώτη πρέπει να παρέχεται αφειδώς· η δεύτερη, όταν δίδεται από μη γιατρούς, μπορεί να είναι επικίνδυνη και ενίοτε ακόμη και κολάσιμη.
Ο καρκίνος έχει περιγραφεί ως «The Emperor of All Maladies», και όχι άδικα (Mukherjee, 2010). Κάθε κακοήθεια, και ακόμη περισσότερο κάθε ασθενής, είναι μια ξεχωριστή περίπτωση. Ο καρκίνος είναι μια «Λερναία Ύδρα»: μόλις κόψεις ένα κεφάλι, μπορεί να ξεφυτρώσουν άλλα (Παπασωτηρίου, προφορική επικοινωνία / διαδικτυακή διάλεξη).
Η αντιμετώπισή του απαιτεί:
Η κάνναβη, ως κατ’ εξοχήν εξατομικευμένο θεραπευτικό μέσο, είναι σχεδόν βέβαιο ότι τα επόμενα χρόνια θα αποκτήσει περίβλεπτη θέση μέσα σε ένα εξατομικευμένο, ολοκληρωμένο θεραπευτικό πλαίσιο για τον καρκίνο, είτε ως επικουρικό, είτε – σε ορισμένες περιπτώσεις – ίσως και ως πρωτεύον φάρμακο σε ειδικά πρωτόκολλα (Velasco et al., 2016· Abrams, 2016). Προϋπόθεση είναι να δημιουργηθεί η απαραίτητη «κρίσιμη μάζα» γιατρών που θα είναι γνώστες των δυνατοτήτων και των περιορισμών της.
Συνοψίζοντας, τα βασικά μηνύματα του παρόντος κειμένου είναι τα εξής:
Abrams, D. I. (2016). Integrating cannabis into clinical cancer care. Current Oncology, 23(Suppl 2), S8–S14.
Armstrong, J. L., Hill, D. S., McKee, C. S., Hernandez-Tiedra, S., Lorente, M., Lopez-Valero, I., ... & Lovat, P. E. (2015). Exploiting cannabinoid-induced cytotoxic autophagy to drive melanoma cell death. Journal of Investigative Dermatology, 135(6), 1629–1637.
Cleeland, C. S., Gonin, R., Hatfield, A. K., Edmonson, J. H., Blum, R. H., Stewart, J. A., & Pandya, K. J. (1994). Pain and its treatment in outpatients with metastatic cancer. New England Journal of Medicine, 330(9), 592–596.
Donadelli, M., Dando, I., Zaniboni, T., Costanzo, C., Dalla Pozza, E., Scupoli, M. T., ... & Palmieri, M. (2011). Gemcitabine/cannabinoid combination triggers autophagy in pancreatic cancer cells through a ROS-mediated mechanism. Cell Death & Disease, 2(4), e152.
Fairmond, J., et al. (2010). A low delta-9-tetrahydrocannabinol cannabis extract induces hyperphagia in rats. Behavioural Pharmacology, 21, 769–772.
Greenhough, A., Patsos, H. A., Williams, A. C., & Paraskeva, C. (2007). The cannabinoid Δ⁹-tetrahydrocannabinol inhibits RAS–MAPK and PI3K–AKT survival signalling and induces BAD-mediated apoptosis in colorectal cancer cells. International Journal of Cancer, 121(10), 2172–2180.
Guzmán, M., Duarte, M. J., Blázquez, C., Ravina, J., Rosa, M. C., Galve-Roperh, I., ... & González-Feria, L. (2006). A pilot clinical study of Δ⁹-tetrahydrocannabinol in patients with recurrent glioblastoma multiforme. British Journal of Cancer, 95(2), 197–203.
Johnson, J. R., Burnell-Nugent, M., Lossignol, D., Ganae-Motan, E. D., Potts, R., & Fallon, M. T. (2010). Multicenter, double-blind, randomized, placebo-controlled, parallel-group study of the efficacy, safety, and tolerability of THC:CBD extract and THC extract in patients with intractable cancer-related pain. Journal of Pain and Symptom Management, 39(2), 167–179.
Kaplan, B. L. F., Springs, A. E., & Kaminski, N. E. (2008). The profile of immune modulation by cannabidiol (CBD) involves deregulation of nuclear factor of activated T cells (NFAT). Biochemical Pharmacology, 76(6), 726–737.
Ligresti, Alessia, Moriello, A. S., Starowicz, K., Matias, I., Pisanti, S., De Petrocellis, L., Laezza, C., et al. (2006). Antitumor Activity of Plant Cannabinoids with Emphasis on the Effect of Cannabidiol on Human Breast Carcinoma. J Pharmacol Exp Ther, 318(3), 1375–1387.
Lüder, E., Ramer, R., Peters, K., & Hinz, B. (2017). Decisive role of P42/44 mitogen-activated protein kinase in Δ9-tetrahydrocannabinol-induced migration of human mesenchymal stem cells. Oncotarget, 8(62), 105984–105994.
McAllister, S. D., Chan, C., Taft, R. J., Lund, S., Kendall, D. A., Patricia, C., ... & Sanchez, C. (2005). Cannabinoids selectively inhibit proliferation and induce death of cultured human glioblastoma multiforme cells. Journal of Neuro-Oncology, 74(1), 31–40.
McAllister, S. D., Christian, R. T., Horowitz, M. P., Garcia, A., & Desprez, P.-Y. (2011). Pathways mediating the effects of cannabidiol on the reduction of breast cancer cell proliferation, invasion, and metastasis. Breast Cancer Research and Treatment, 129(1), 37–47.
McHugh, D., Page, J., Dunn, E., & Bradshaw, H. B. (2012). Δ9-Tetrahydrocannabinol and N-arachidonyl glycine are full agonists at GPR18 receptors and induce migration in human endometrial HEC-1B cells. Br J Pharmacol, 165(8), 2414–2424.
Meiri, D. (CANATECH conference presentation). Διαθέσιμο από: https://youtu.be/B-knnEg0X4M
Morgan, G., Ward, R., & Barton, M. (2004). The contribution of cytotoxic chemotherapy to 5-year survival in adult malignancies. Clinical Oncology, 16(8), 549–560.
Mukherjee, S. (2010). The Emperor of All Maladies: A Biography of Cancer. Scribner.
Nabissi, M., Morelli, M. B., Amantini, C., Liberati, S., Santoni, M., Ricci-Vitiani, L., ... & Santoni, G. (2013). Triggering of the TRPV2 channel by cannabidiol sensitizes glioblastoma cells to cytotoxic chemotherapeutic agents. Carcinogenesis, 34(1), 48–57.
Οικονομόπουλος, Γ. (2016). Το ίαμα κάνναβη. Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, 2η έκδοση.
Παπασωτηρίου, Ι. (χ.χ.). Διάλεξη για την πολυπλοκότητα του κακοήθους νοσήματος. Διαθέσιμο από: https://tinyurl.com/yc5a6bxb
Powles, T., Epenetos, A. A., Sachdeva, R., Khayat, D., Devlin, M., & Stebbing, J. (2005). Cannabis-induced cytotoxicity in leukemic cell lines: the role of the cannabinoid receptors and the MAPK pathway. Blood, 105(3), 1214–1221.
Preet, A., Ganju, R. K., & Groopman, J. E. (2011). Cannabinoid receptors CB1 and CB2 as novel targets for inhibition of non–small cell lung cancer growth and metastasis. Cancer Prevention Research, 4(1), 65–75.
Ramer, R., & Hinz, B. (2015). New insights into antimetastatic and antiangiogenic effects of cannabinoids. International Review of Cell and Molecular Biology, 314, 43–116.
Rieder, S. A., Chauhan, A., et al. (2010). Cannabinoid-induced apoptosis in immune cells as a pathway to immunosuppression. Immunobiology, 215(8), 598–605.
Shrivastava, A., Kuzontkoski, P. M., Groopman, J. E., & Prasad, A. (2011). Cannabidiol induces programmed cell death in breast cancer cells by coordinating the cross-talk between apoptosis and autophagy. Molecular Cancer Therapeutics, 10(7), 1161–1172.
Vinciguerra, V., Moore, T., & Brennan, E. (1988). Inhalation marijuana as an antiemetic for cancer chemotherapy. New York State Journal of Medicine, 88(10), 525–527.
Velasco, G., Sánchez, C., & Guzmán, M. (2016). The use of cannabinoids as anticancer agents. Progress in Neuro-Psychopharmacology and Biological Psychiatry, 64, 259–266.
Cannabisnews.gr (2016). Η κάνναβη ως αντικαρκινικό θεραπευτικό μέσο. Διαθέσιμο από: https://cannabisnews.gr