Με το δοκίμιο αυτό επιδιώκεται να απαντηθούν τα ακόλουθα ερωτήματα:
1. Σε ποιό βαθμό η δόση, η ηλικία και το γενετικό υπόβαθρο μπορούν να μετατρέψουν την κάνναβη από δυνητικώς χρήσιμο φάρμακο σε αποσταθεροποιητή της ψυχικής και σωματική υγιείας, με δυνητική πρόκληση μακροχρονίων βλαβών;
2. Πώς θα μπορούσε να προσαρμοσθεί η κλινική πράξη και η πολιτική δημόσιας υγιείας στα υψηλής ισχύος, ευρέως προωθούμενα συνήθη κανναβινοειδή φυτικής και συνθετικής προελεύσεως, χωρίς ούτε να δαιμονοποιείται κάθε χρήση ούτε να υποβαθμίζονται οι πραγματικοί κίνδυνοι;
Η κάνναβη παρουσιάζεται ολοένα συχνότερα ως σχετικά αβλαβές ή ακόμη και «φυσικό» θεραπευτικό μέσο, ιδίως όταν συγκρίνεται με το αλκοόλ ή τα οπιοειδή. Ταυτοχρόνως, εμπορικές δυνάμεις προωθούν προϊόντα υψηλής ισχύος, ενώ πρόσφατες ρυθμιστικές μεταβολές δημιουργούν εμμέσως την εντύπωση ότι η συχνή χρήση είναι αθώα. Το αφήγημα αυτό συγκρούεται με ένα σημαντικό σώμα διαχρονικών, γενετικών και τοξικολογικών δεδομένων. Μεγάλες μελέτες κοορτής δείχνουν ότι η χρήση κάνναβης, ιδίως όταν αρχίζει στην εφηβεία, διατηρείται επί μακρόν και αφορά σκευάσματα υψηλής περιεκτικότητος σε THC, συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο ψυχωσικών εκβάσεων, πρωιμότερη έναρξη διαταραχών του φάσματος της σχιζοφρένειας και μετρήσιμη γνωστική και λειτουργική έκπτωση. Η γενετική ευπάθεια, όπως αποτυπώνεται ενδεικτικώς στον πολυμορφισμό AKT1 rs2494732, ενισχύει περαιτέρω τον κίνδυνο σε σημαντικά υποσύνολα του πληθυσμού. Παραλλήλως, πειραματικές μελέτες δείχνουν ότι φαινομενικώς αθώα κανναβινοειδή, όπως η CBD και η CBDV, μπορούν να προκαλέσουν βλάβες του DNA και χρωμοσωμικές ανωμαλίες σε κύτταρα ανθρωπίνης προελεύσεως, σε συγκεντρώσεις συμβατές με εκείνες που δύνανται να επιτευχθούν από καταναλωτές. Το εύρημα αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη μακροχρόνια γονοτοξικότητα. Βεβαίως, τα κανναβινοειδή έχουν πραγματικές θεραπευτικές χρήσεις όταν χορηγούνται με προσεκτική δοσολογία και ιατρική παρακολούθηση. Όμως οι συνήθεις πρακτικές της αγοράς, όπως οι υψηλές δόσεις, τα σκευάσματα ταχείας έναρξης δράσεως και η νεανικά προσανατολισμένη προώθηση, ιδίως μη ρυθμιζομένων τεχνοκανναβινοειδών, αποκλίνουν εμφανώς και ανεξέλεγκτα από τα τεκμηριωμένα θεραπευτικά σχήματα. Το παρόν δοκίμιο υποστηρίζει την ανάγκη επαναβαθμονόμησης της συζήτησης περί κινδύνου και οφέλους, με έμφαση στην καθυστέρηση της ενάρξεως χρήσεως πέραν των ευάλωτων αναπτυξιακών περιόδων, στη συνετή δοσολογία και στη μικροδοσολογία όπου αυτή ενδείκνυται, στην αναγνώριση γενετικών και ψυχιατρικών παραγόντων κινδύνου και στην ανάγκη στιβαρών ρυθμιστικών και εκπαιδευτικών πλαισίων. Το δικαίωμα συνταγογραφήσεως θα έπρεπε να περιορίζεται σε ιατρούς με ειδική εκπαίδευση και συνεχή επιμόρφωση στη φαρμακολογία των κανναβινοειδών. Η δημόσια πολιτική οφείλει να καθοδηγείται από ανεξάρτητα επιστημονικά δεδομένα και όχι από εμπορικά αφηγήματα.
Η χρήση κάνναβης συνδέεται με σημαντικούς, δοσοεξαρτώμενους κινδύνους για την υγιεία, ιδίως στους εφήβους και στα άτομα με γενετική ευπάθεια. Οι κίνδυνοι αυτοί δεν περιορίζονται στην THC, αλλά εκτείνονται και σε πιθανές γονοτοξικές επιδράσεις ευρέως χρησιμοποιουμένων, μη ψυχοτρόπων κανναβινοειδών, όπως η CBD και η CBDV.
Η πολιτική δημόσιας υγιείας, και η εμπορική διαφήμιση, και η ακτιβιστική δράση τείνουν όλο και περισσότερο να παρουσιάζουν την χρήση της κάνναβη ως αβλαβή, επιλέγοντας να τη συγκρίνουν με το αλκοόλ, το κάπνισμα ή τα οπιοειδή, δηλαδή ουσίες πολύ επιβλαβείς, παραλείποντας τη σύγκριση με την μη-χρήση, ή με τη χρήση κατόπιν σταθμίσεως κινδύνου. Οι πρόσφατες τάσεις επαναταξινομήσεως ή χαλαρώσεως του νομικού καθεστώτος σε πολλές χώρες ενισχύουν την εντύπωση μειωμένου κινδύνου. Την ίδια στιγμή, όμως, η περιεκτικότης των προϊόντων σε THC έχει αυξηθεί εντυπωσιακά. Σκευάσματα υψηλής περιεκτικότητος, συμπυκνώματα και εδώδιμα προϊόντα αποδίδουν συχνά δόσεις πολύ υψηλότερες από εκείνες που είχαν μελετηθεί στις παλαιότερες επιδημιολογικές μελέτες. Μολονότι επιλεγμένες ιατρικές χρήσεις, όπως η χαμηλή δόση THC για τη ναυτία και τον έμετο από χημειοθεραπεία, τεκμηριώνονται επαρκώς, η ευρύτερη τάση κανονικοποιήσεως της συχνής, υψηλής και εφηβικής χρήσεως παραγνωρίζει σημαντικά δεδομένα που συνδέουν την έκθεση στην κάνναβη με ψυχωσικές εκδηλώσεις, γνωστική έκπτωση και, στην περίπτωση της CBD και της συναφούς CBDV, γονοτοξικότητα σε κύτταρα ανθρωπίνης προελεύσεως (Andréasson S. et al. 1987, Zammit S. et al. 2002, Russo C. et al. 2019).
Μεγάλες διαχρονικές μελέτες παρέχουν μερικά από τα ισχυρότερα δεδομένα που συνδέουν τη χρήση κάνναβης με την εμφάνιση μεταγενέστερων ψυχωσικών εκδηλώσεων. Η κλασσική σουηδική μελέτη σε στρατευσίμους παρακολούθησε 45.570 νεαρούς άνδρες επί 15 έτη και έδειξε ότι οι βαρείς χρήστες κάνναβης, δηλαδή όσοι ανέφεραν περισσότερες από 50 χρήσεις στη ζωή τους, είχαν εξαπλάσιο κίνδυνο αναπτύξεως σχιζοφρένειας σε σύγκριση με μη χρήστες, ακόμη και μετά από διορθώσεις για το κοινωνικό υπόβαθρο και λοιπή ψυχιατρική νοσηρότητα. Μεταγενέστερες επαναληπτικές μελέτες επιβεβαίωσαν ότι η συσχέτιση παρέμενε όταν η ανάλυση περιοριζόταν σε περιπτώσεις σχιζοφρένειας που εμφανίσθηκαν αρκετά έτη μετά την αρχική καταγραφή. Αυτό μειώνει την πιθανότητα απλής αντίστροφης αιτιότητος, δηλαδή το ενδεχόμενο άτομα ήδη σε πρόδρομη φάση ψυχώσεως να αυτοθεραπεύονταν με κάνναβη (Andréasson S. et al. 1987, Zammit S. et al. 2002).
Προοπτικές μελέτες νεογέννητων από τη Νέα Ζηλανδία, όπως οι μελέτες Dunedin και Christchurch Health and Development Study, επεξέτειναν τα ευρήματα αυτά στον γενικό πληθυσμό με επαναλαμβανόμενες αξιολογήσεις. Οι μελέτες αυτές έδειξαν ότι η χρήση κάνναβης κατά την εφηβεία και την πρώιμη ενήλικο ζωή προέβλεπε αυξημένη συχνότητα ψυχωσικών συμπτωμάτων και διαγνώσεων του φάσματος της σχιζοφρενείας στην ενήλικο ζωή, ακόμη και μετά από έλεγχο για ψυχωσικόμορφα βιώματα της παιδικής ηλικίας και πολλαπλούς κοινωνικούς συγχυτικούς παράγοντες. Η συσχέτιση ήταν ισχυρότερη όταν η έναρξη ήταν πρώιμη και η χρήση επίμονη, στοιχείο που υποστηρίζει αιτιώδη συμβολή της κάνναβης στον κίνδυνο ψύχωσης, και όχι απλή στατιστική συσχέτιση (Arseneault L. et al. 2002).
Τόσο οι υπάρχουσες μελέτες παρατηρήσεως όσο και οι μετα-αναλύσεις δείχνουν ότι ο κίνδυνος ψυχώσεως αυξάνεται κατά τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση και την συχνότητα χρήσεως. Συχνότερη χρήση, μεγαλύτερη αθροιστική έκθεση και ισχυρότερα σκευάσματα THC συνδέονται με υψηλότερο σχετικό κίνδυνο. Μετα-αναλύσεις δεκάδων μελετών αναφέρουν ότι οποιαδήποτε χρήση κάνναβης συνδέεται με περίπου 30% αύξηση του κινδύνου ψυχωσικών εκδηλώσεων, ενώ ο κίνδυνος είναι σαφώς υψηλότερος στους καθημερινούς χρήστες και στους χρήστες προϊόντων υψηλής ισχύος. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι ότι μεγάλη μετα-ανάλυση, η οποία περιέλαβε άνω των 80 μελετών, διαπίστωσε ότι η ηλικία ενάρξεως των ψυχωσικών εκδηλώσεων στους χρήστες κάνναβης ήταν κατά μέσον όρο 2,7 έτη μικρότερη από εκείνη των μη χρηστών. Αυτό ενισχύει την ανησυχία ότι η κάνναβη μπορεί να επισπεύσει ή να επιταχύνει την εκδήλωση ψυχωσικής διαταραχής σε ευάλωτα άτομα (Large et al. 2011).
H χρoνική περίοδος της εκθέσεως έχει κρίσιμη σημασία, διότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος θεωρείται ότι συνεχίζει να ωριμάζει έως τα μέσα της τρίτης δεκαετίας της ζωής. Κατά την περίοδο αυτή συνεχίζονται η συναπτική αναδιοργάνωση, η μυελίνωση και η ωρίμανση μετωποραβδωτών συνδέσεων, που συσχετίζονται με τη γνωστική λειτουργία και τη συναισθηματική ρύθμιση. Εξωγενή κανναβινοειδή που δρουν επί του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος κατά την εφηβεία μπορούν να διαταράξουν αυτές τις διεργασίες, μεταβάλλοντας τη ντοπαμινεργική σηματοδότηση και τη φλοιώδη συνδεσιμότητα με τρόπους που αυξάνουν την ευπάθεια σε ψυχωσική νόσο, η οποία ενδέχεται να επιμείνει και μετά τη διακοπή της χρήσεως. Γι’ αυτό η εφηβεία και η πρώιμη ενήλικος ζωή αποτελούν το χρονικό παράθυρο υψηλότερου κινδύνου. Οι φορείς προαγωγής της δημόσιας υγιείας οφείλουν να μεταδίδουν καθαρά το μήνυμα ότι η έναρξη πρέπει να καθυστερεί, και ότι η βαρεία χρήση πρέπει να αποφεύγεται, ιδίως κατά τα έτη αυτά.
Οι διαφορές μεταξύ ατόμων ως προς τον κίνδυνο αναπτύξεως ψυχωσικών φαινομένων εξηγούνται εν μέρει από συχνές γενετικές παραλλαγές, οι οποίες τροποποιούν την απόκριση του εγκεφάλου στην THC. Μεταξύ αυτών, ιδιαίτερη προσοχή έχει λάβει ο πολυμορφισμός AKT1 rs2494732: φορείς δύο αντιγράφων του αλληλομόρφου C έχει αναφερθεί ότι παρουσιάζουν περίπου επταπλάσια αύξηση του κινδύνου αναπτύξεως ψυχώσεως μεταξύ τακτικών χρηστών κάνναβης, σε σύγκριση με μη φορείς, εύρημα που υποδηλώνει αλληλεπίδραση γονιδίου και περιβάλλοντος. Η AKT1 (PKBα) συμμετέχει σε ενδοκυττάριες οδούς σηματοδοτήσεως που συνδέονται με τη ντοπαμινεργική νευροδιαβίβαση, ενώ το ευαισθητοποιό αλληλόμορφο ενδέχεται να παρατείνει ή να ενισχύει την αύξηση της ντοπαμίνης που προκαλείται από την THC, κατάσταση στενά συνδεδεμένη με την εμφάνιση ψυχωσικών συμπτωμάτων.
Η κινάση AKT1 (PKBα), πέραν του ρόλου της στις ντοπαμινεργικές νευρικές συνδέσεις, αποτελεί κεντρική «κινάση επιβιώσεως» στην οδό φωσφατιδυλ-ινοσιτόλης-3-κινάσης/AKT (PI3K/AKT), ασκώντας αντι-αποπτωτική δράση σε πολλά κυτταρικά συστήματα. Τα κανναβινοειδή μπορούν να επηρεάσουν τον άξονα αυτόν προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις. Σε χαμηλές συγκεντρώσεις, η ενεργοποίηση των υποδοχέων CB1/2 μπορεί να προστατεύσει κύτταρα από την απόπτωση μέσω σημάτων επιβιώσεως που διέρχονται από τις οδούς PI3K/AKT και ERK και καταλήγουν στην ενεργοποίηση του συμπλέγματος mTORC1, ιδιότητα δυνητικώς χρήσιμη στα νευροεκφυλιστικά νοσήματα. Αντιθέτως, σε υψηλές, κυτταροτοξικές συγκεντρώσεις, τα κανναβινοειδή μπορούν να αναστείλουν την AKT1 μέσω de novo συνθέσεως κυτταροπλασματικού, και όχι μεμβρανικού, κηραμιδίου, προάγοντας έτσι την απόπτωση καρκινικών κυττάρων (ενδεικτικά Galve-Roperh 2002; Gómez Del Pulgar 2002). Η αποπτωτική αυτή δράση φαίνεται πιθανότατα ανεξάρτητη από τους υποδοχείς CB1/2. Ο πολυμορφισμός AKT1 rs2494732 έχει μέχρι σήμερα μελετηθεί κυρίως σε σχέση με την ψύχωση και όχι με τον καρκίνο· το ίδιο ισχύει και για άλλους πολυμορφισμούς. Εντούτοις, η συνάντηση δύο δεδομένων, αφ’ ενός της εξαρτώμενης από την AKT1 σηματοδοτήσεως κυτταρικής επιβιώσεως και αφ’ ετέρου της δοσοεξαρτώμενης διττής (διφασικής) δράσεως των κανναβινοειδών, υπαινίσσεται ένα εύλογο, αν και ακόμη αδοκίμαστο, πεδίο συσχετίσεως μεταξύ γονοτύπου AKT1, εκθέσεως σε κανναβινοειδή και τύχης των νεοπλασματικών κυττάρων (επιβιώσεως ή αποπτώσεως). Η παρατήρηση αυτή παραμένει υπόθεση προς διερεύνηση και όχι τεκμηριωμένος κλινικός κίνδυνος, πλην όμως δικαιολογεί προσοχή και περαιτέρω έρευνα εκ μέρους των ιατρών που χορηγούν κανναβινοειδή.
Τα επιδημιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι η συχνότητα του ελάσσονος αλληλομόρφου στο rs2494732 είναι υψηλή, περίπου 30 έως 35%. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού φέρει τουλάχιστον ένα αντίγραφο του αλληλομόρφου κινδύνου, έστω και αν ο υψηλότερος κίνδυνος φαίνεται να αφορά κυρίως τους ομοζυγώτες. Στην πράξη, οι περισσότεροι χρήστες δεν γνωρίζουν το γονιδιακό τους προφίλ, ενώ εκτίθενται σε ολοένα ισχυρότερα προϊόντα THC, τα οποία προωθούνται εμπορικά με επιθετικό τρόπο, συχνά και προς νεαρούς ενηλίκους. Ο συνδυασμός κοινών γονοτύπων κινδύνου, προϊόντων υψηλής περιεκτικότητος σε THC και πρώιμης ενάρξεως χρήσεως δημιουργεί μια μεγάλη, αλλά σε μεγάλο βαθμό αόρατη, δεξαμενή κινδύνου, την οποία τα συνήθη δημόσια μηνύματα δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς.
Ενώ η THC ευλόγως καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της συζητήσεως για τον νευροψυχιατρικό κίνδυνο, η ταχεία εξάπλωση των προϊόντων κανναβιδιόλης έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι τα μη ψυχοτρόπα κανναβινοειδή είναι σχεδόν εξ ορισμού ασφαλή. Τα τοξικολογικά δεδομένα, όμως, δεν επιτρέπουν τόση βεβαιότητα. Η μελέτη των Chiara Russo et al. (2019) διερεύνησε το γονοτοξικό δυναμικό της κανναβιδιόλης και του προπυλικού της αναλόγου, της κανναβιδιβαρίνης, σε κύτταρα ανθρωπίνης προελεύσεως, υπό συνθήκες εκθέσεως που είχαν σχεδιασθεί ώστε να προσεγγίζουν εκείνες που συναντώνται στους καταναλωτές.
Με τη χρήση ηλεκτροφορητικής μεθόδου (Single Cell Gell Electrophoresis-SCGE) σε ηπατικά κύτταρα HepG2 και σε κύτταρα στοματικής προελεύσεως TR146, οι συγγραφείς διαπίστωσαν ότι τόσο η CBD όσο και η CBDV προκάλεσαν βλάβες του DNA σε χαμηλές συγκεντρώσεις, εμφανείς περίπου από τα 0,2 μM. Η ίδια ερευνητική ομάδα, καθώς και άλλες ομάδες, ανέφεραν επίσης χρωμοσωμικές ανωμαλίες και σχηματισμό μικροπυρήνων σε ζωικά μοντέλα εκτεθειμένα στα ίδια κανναβινοειδή. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η καθήλωση βλαβών του DNA υπό μορφή χρωμοσωμικών αλλοιώσεων αποτελεί αναγνωρισμένο στάδιο της πολυσταδιακής καρκινογενέσεως, γεγονός που εγείρει την πιθανότητα καρκινογόνων ιδιοτήτων υπό συνθήκες χρόνιας εκθέσεως. Βεβαίως, η γονοτοξικότητα in vitro δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε κλινικό κίνδυνο καρκίνου. Τα ευρήματα όμως αντιφάσκουν ευθέως προς την ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι τα «προερχόμενα από κάνναβη» κανναβινοειδή είναι αβλαβή σε συνήθεις για τους καταναλωτές δόσεις, και υπογραμμίζουν την ανάγκη προσεκτικής, μακροχρόνιας αξιολόγησης της ασφάλειας της χρόνιας και υψηλής δοσολογίας CBD.
Το ζήτημα της χαμηλής έναντι της υψηλής δοσολογίας κανναβινοειδών στην κακοήθη νόσο έχει ήδη εξετασθεί παραπάνω και αλλού (βλ. Cannabis and Cancer). Δεδομένου ότι η συχνότητα λανθανουσών νεοπλασιών σε τυχαίες νεκροτομές εκτιμάται περίπου στο 4 έως 8% (Uozaki H. et al. 2026), ο κίνδυνος επιδεινώσεως ενός λανθάνοντος όγκου με τη χορήγηση χαμηλών δόσεων κανναβινοειδών για ένδειξη που δεν έχει σταθμισθεί σοβαρά αξίζει ιδιαιτέρας προσοχής. Εδώ η αρχή primum non nocere δεν είναι ρητορικό σχήμα, αλλά πρακτικός κανόνας ιατρικής φρονήσεως.
Πέρα από την ψύχωση και τη γονοτοξικότητα, η χρήση κάνναβης, ιδίως όταν αρχίζει στην εφηβεία και συνεχίζεται σε μέτρια ή εντατική χρήση, συνδέεται με σειρά γνωστικών και λειτουργικών συνεπειών. Διαχρονικά δεδομένα από τη Νέα Ζηλανδία και άλλα περιβάλλοντα έχουν συσχετίσει την επίμονη χρήση κάνναβης, με έναρξη κατά την εφηβεία, με μετρήσιμη έκπτωση της νευροψυχολογικής επιδόσεως, περιλαμβανομένης της μνήμης, της προσοχής και των εκτελεστικών λειτουργιών. Ορισμένες από τις διαταραχές αυτές φαίνονται μόνον εν μέρει αναστρέψιμες μετά από αποχή. Έχουν επίσης αναφερθεί λειτουργικές συνέπειες, όπως χαμηλότερη εκπαιδευτική επίδοση, μειωμένη επαγγελματική λειτουργικότητα και ηυξημένος κίνδυνος καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Βεβαίως, ο προσδιορισμός του βαθμού συμμετοχής και άλλων κοινωνικών και γενετικών παραγόντων στην αιτιολογία των νευροψυχολογικών εκδηλώσεων παραμένει δυσχερής (Arseneault L. et al. 2002).
Από πλευράς βιολογικής επιβαρύνσεως, τα προϊόντα καύσεως της εισπνεομένης κάνναβης μοιράζονται πολλούς από τους αναπνευστικούς κινδύνους του καπνού, όπως συμπτώματα χρονίας βρογχίτιδος και φλεγμονής των αεραγωγών. Η σχέση με τον καρκίνο του πνεύμονος παραμένει λιγότερο σαφής, όμως η παρουσία πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων και άλλων καρκινογόνων ουσιών επιβάλλει στάση προφυλάξεως. Καρδιαγγειακές επιδράσεις, όπως παροδική ταχυκαρδία, μεταβολές της αρτηριακής πιέσεως και πιθανή βραχυπρόθεσμη αύξηση του κινδύνου εμφράγματος του μυοκαρδίου σε προδιατεθειμένα άτομα, έχουν επίσης περιγραφεί, ιδίως με υψηλές δόσεις THC. Συνολικά, τα δεδομένα αυτά δεν είναι επαρκή για να κατηγοριοποιηθεί η κάνναβη ως επικίνδυνη ουσία με την απόλυτη έννοια. Την κατηγοριοποιούν όμως εκεί όπου πραγματικά ανήκει: ως φαρμακολογικώς ενεργή δρόγη με μη αμελητέο, πολυδιάστατο προφίλ κινδύνου· ο κίνδυνος εμφανίζει αναλογικότητα με τη δόση, τη χρονιότητα, τον τρόπο χορηγήσεως και την ευπάθεια του χρήστη (ενδεικτικό άρθρο: Nelson K.M. et al. 2020).
Παρά τους ανωτέρω κινδύνους, τα κανναβινοειδή έχουν πραγματικές θεραπευτικές εφαρμογές όταν χρησιμοποιούνται συνετά και σε προσεκτικά τιτλοποιημένες δόσεις. Σκευάσματα που περιέχουν THC είναι αποτελεσματικά στη ναυτία και τον έμετο από χημειοθεραπεία, καθώς και σε ορισμένες μορφές ανθεκτικής απωλείας ορέξεως. Η CBD έχει αποδεδειγμένη χρησιμότητα σε συγκεκριμένες επιληπτικές εγκεφαλοπάθειες, όταν χορηγείται υπό ιατρική παρακολούθηση. Η κεντρική αρχή είναι παλαιά αλλά απολύτως επίκαιρη: η δόση κάνει το δηλητήριο. Χαμηλές, διαλείπουσες δόσεις, προσαρμοσμένες σε σαφή ένδειξη, μπορούν να προσφέρουν όφελος με αποδεκτό και ελεγχόμενο κίνδυνο. Αντιθέτως, υψηλές, συχνές, ψυχαγωγικές δόσεις, ιδίως σε νεαρά ή ευάλωτα άτομα, μετατοπίζουν αποφασιστικά την ισορροπία προς τη βλάβη (βλ. επίσης Cannabis and Cancer και Nelson K.M. et al. 2020).
Η βιβλιογραφία υποστηρίζει ολοένα περισσότερο στρατηγικές μικροδοσολογίας για ορισμένες ενδείξεις, ιδίως σε καλοήθεις και νευροεκφυλιστικές καταστάσεις (Ruver-Martins A.C. et al. 2022). Στόχος είναι να προσδιορίζεται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση και να αποφεύγεται η αλόγιστη ανοδική τιτλοποίηση, αντί της κουλτούρας υψηλής δόσεως και ταχείας έναρξης δράσεως που προωθούν πολλά εμπορικά συμφέροντα. Τόσο στα φυτικά όσο και στα συνθετικά κανναβινοειδή, οδός χορηγήσεως, συννοσηρότητες, συγχορηγούμενα φάρμακα και γενετικό υπόβαθρο, όπως παραλλαγές του AKT1 ή πολυμορφισμοί που επηρεάζουν τον μεταβολισμό στο ήπαρ και στους ιστούς, πρέπει να συνυπολογίζονται στη συνταγογράφηση.
Ρυθμιστικές μεταβολές που χαλαρώνουν την ταξινόμηση ή διευρύνουν την πρόσβαση, χωρίς να ευθυγραμμίζουν τη σήμανση και τους κανόνες εμπορικής προωθήσεως προς τον πραγματικό κίνδυνο, μπορούν άθελά τους να στείλουν το μήνυμα ότι η κάνναβη είναι «ασφαλής», ιδίως στους εφήβους και στους γονείς. Την ίδια στιγμή, τα κίνητρα της βιομηχανίας ευνοούν προϊόντα υψηλής ισχύος και μεγίστης δόσεως, μεταξύ των οποίων ελκυσικά εδώδιμα προϊόντα με 50 έως 100 mg THC ανά μονάδα. Οι δόσεις αυτές υπερβαίνουν κατά πολύ εκείνες που συνδέονται με συνήθη θεραπευτική αποτελεσματικότητα σε καλοήθεις καταστάσεις και απέχουν πολύ από τις χαμηλότερες περιεκτικότητες που επικρατούσαν στις παλαιότερες επιδημιολογικές μελέτες. Η απόσταση μεταξύ τεκμηριωμένης δοσολογίας και προϊόντων αγοράς δεν είναι απλώς ζήτημα καταναλωτικής επιλογής· είναι ζήτημα δημόσιας υγείας.
Μια αποτελεσματική πολιτική θα έπρεπε να συνδυάζει σαφή δήλωση κινδύνου κατά ηλικιακή ομάδα, με τρόπο αντιληπτό από τη συγκεκριμένη ομάδα, ισχυρούς περιορισμούς στην εμπορική στόχευση της νεολαίας, και υποστήριξη ανεξάρτητης, μη χρηματοδοτούμενης από τη βιομηχανία, έρευνας τόσο για την THC όσο και για τα μη ψυχοτρόπα κανναβινοειδή, περιλαμβανομένων της CBD και της CBDV. Η σταδιακή ενσωμάτωση φαρμακογενετικού ελέγχου σε κλινικά και προληπτικά πλαίσια, όταν οι εξετάσεις αυτές καταστούν ευρύτερα διαθέσιμες, θα μπορούσε να επιτρέψει πιο εξατομικευμένη συμβουλευτική. Ταυτοχρόνως, όμως, τα ζητήματα ηθικής, ιδιωτικότητας και προσβάσεως πρέπει να αντιμετωπισθούν με σοβαρότητα. Η φορολόγηση βάσει περιεκτικότητος ψυχοδραστικού κανναβινοειδούς έχει προταθεί από ορισμένους (Xu L. et al. 2025) ως μέσο αποθαρρύνσεως των υπερ-ισχυρών προϊόντων THC. Ο παρών συγγραφεύς θεωρεί ότι τέτοια μέτρα ενδέχεται τελικώς να ενισχύσουν την εφηβική παραβατικότητα μάλλον παρά να περιορίσουν σημαντικά τη χρήση αυτών των προϊόντων και ιδίως των τεχνοκανναβινοειδών.
Συνολικά, τα επιστημονικά δεδομένα συνηγορούν ότι η κάνναβη είναι φαρμακολογικώς ενεργό φυτό, τα κύρια συστατικά του οποίου επηρεάζουν τη νευροανάπτυξη, τη ντοπαμινεργική σηματοδότηση και τη γονιδιωματική ακεραιότητα κατά τρόπους που μπορούν να προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες, ενίοτε σοβαρές, σε επιμέρους ομάδες χρηστών. Ο κίνδυνος ψυχωσικών συνδρόμων αυξάνεται με τη δόση, τη συχνότητα, την ισχύ και την πρώιμη έναρξη. Γενετικοί παράγοντες, όπως παραλλαγές του AKT1, ενισχύουν περαιτέρω τον κίνδυνο. Ακόμη και φαινομενικώς αθώα κανναβινοειδή, όπως η CBD και η CBDV, εμφανίζουν γονοτοξικές επιδράσεις σε κύτταρα ανθρωπίνης προελεύσεως υπό συνθήκες εκθέσεως συναφείς προς την καταναλωτική χρήση.
Μία επιστημονικώς θεμελιωμένη προσέγγιση της κάνναβης πρέπει, συνεπώς, να υπερβεί και τα δύο άκρα που επικρατούν στη δημόσια συζήτηση. Δεν πρέπει ούτε να δαιμονοποιεί κάθε χρήση, ούτε να υποεκτιμώνται οι πραγματικοί κίνδυνοι. Οφείλει να τονίζει τη συνετή δοσολόγηση, την αναβολή της ενάρξεως χρήσεως ώστε να παρέλθουν οι αναπτυξιακώς ευάλωτες περίοδοι, τη ρητή αναγνώριση γενετικών, ψυχιατρικών και αναπτυξιακών παραγόντων κινδύνου και την αυστηρή μακροχρόνια αξιολόγηση της ασφαλείας ολοκλήρου του φάσματος των κανναβινοειδών που χρησιμοποιούνται πλέον ευρέως. Η συνταγογράφηση πρέπει να παραμένει προνόμιο ιατρών με κατάλληλη εκπαίδευση και ουσιαστική, επικαιροποιημένη συνεχιζόμενη επιμόρφωση στη φαρμακολογία και την κλινική χρήση των κανναβινοειδών.
Η συχνότητα της ομοζυγωτίας CC του πολυμορφισμού AKT1 rs2494732, στον γενικό πληθυσμό Ευρωπαϊκής προελεύσεως (“καυκάσιο”) εκτιμάται περίπου σε 90.000 έως 120.000 ανά 1.000.000 άτομα, δηλαδή περίπου στο 10%. Η εκτίμηση αυτή προκύπτει από τη συχνότητα του ενός αλληλομόρφου (CT), 0,30 έως 0,35 σε πληθυσμούς ευρωπαϊκής καταγωγής, με εφαρμογή της ισορροπίας Hardy-Weinberg: συχνότητα CC περίπου ίση προς ( \MAF^2 ), δηλαδή περίπου 0,09 έως 0,12. Μελέτες σε Ευρωπαϊκές κοόρτες, συμφωνούν εμμέσως με αυτό το εύρος, αν και ακριβείς γονοτυπικές καταμετρήσεις σπανίως παρατίθενται εκτός γονιδιωματικών βάσεων, όπως η gnomAD. Οι εκτιμήσεις αυτές πρέπει να θεωρούνται προσωρινές και, οπωσδήποτε, όχι ακριβείς.
Ο συγγραφέας θεωρεί ως διαφορετικούς τους όρους “ψυχοδραστικό” και “ψυχοτρόπο”. Υπό αυτήν την έννοια, η CBD θεωρείται ψυχοδραστική, επειδή ασκεί τροποποιητική επίδραση στη γνωστική λειτουργία και στη διάθεση, μέσω αγωνισμού 5-HT1A και της λεγομένης “πύλης AEA” (Papastavrou 2024, σ. 59), αλλά όχι ψυχοτρόπος, διότι δεν προκαλεί διαταρακτικά φαινόμενα, όπως ευφορία, παραλήρημα, κ.λπ.
Andréasson, S. et al. (1987). Cannabis and schizophrenia. A longitudinal study of Swedish conscripts. Lancet. 1987 Dec 26;2(8574):1483-6. doi: 10.1016/s0140-6736(87)92620-1.
Arseneault, L. et al. (2002) Cannabis use in adolescence and risk for adult psychosis: longitudinal prospective study. BMJ. 2002 Nov 23;325(7374):1212-3. doi: 10.1136/bmj.325.7374.1212.
Galve-Roperh, I. et al. (2002). Mechanism of Extracellular Signal-Regulated Kinase Activation by the CB1 Cannabinoid Receptor. Mol Pharmacol 62:1385-1392. doi: 10.1124/mol.62.6.1385
Gómez Del Pulgar, T. et al. (2002). Cannabinoids protect astrocytes from ceramide-induced apoptosis through the phosphatidylinositol 3-kinase/protein kinase B pathway. J Biol Chem. 2002 Sep 27;277(39):36527-33. doi: 10.1074/jbc.M205797200
Large, M. et al. (2011). Cannabis use and earlier onset of psychosis: a systematic meta-analysis. Arch Gen Psychiatry. 2011 Jun;68(6):555-61. doi: 10.1001/archgenpsychiatry.2011.5
Nelson, KM., et al. (2020). The Essential Medicinal Chemistry of Cannabidiol (CBD). J Med Chem, 63:21; https://pubs.acs.org/doi/10.1021/acs.jmedchem.0c00724.
Papastavrou, A-T. (2024). Endocannabinoid system & Cannabis. Lefko Melani (Eds). ISBN: 978-618-5801-24-3. (Παπασταύρου Α-Θ. (2024). Ενδοκανναβινοειδές σύστημα & Κάνναβη. Λευκό Μελάνι (Εκδ.). ISBN: 978-618-5801-24-3.
Russo, C. et al. (2019). Low doses of widely consumed cannabinoids (cannabidiol and cannabidivarin) cause DNA damage and chromosomal aberrations in human-derived cells. Arch Toxicol. 2019 Jan;93(1):179-188. doi: 10.1007/s00204-018-2322-9.
Ruver-Martins, AC., et al. (2022). Cannabinoid extract in microdoses ameliorates mnemonic and nonmnemonic Alzheimer's disease symptoms: a case report. J Med Case Rep. 2022 Jul 12;16(1):277. doi: 10.1186/s13256-022-03457-w.
Uozaki, H. et al. (2026). Trends in the Hidden Burden of Cancer in an Autopsy-Based Study Over 66 Years in Japan. JAMA Netw Open. 2026 Feb 2;9(2):e2557812. doi: 10.1001/jamanetworkopen.2025.57812.
Xu, L., et al. (2025) How tax structures for retail cannabis shape cannabis use among youth and young adults: evidence from a volumetric choice experiment. Eur J Health Econ. 2025 Dec 29:10.1007/s10198-025-01875-3. doi: 10.1007/s10198-025-01875-3